ΜΝΗΜΕΣ (Εμφύλιος)


Του Θανάση Ι. Νικολαΐδη

Ο «ιδεολόγος» και oι αντάρτες

OΙ πολλοί υπήρξαν πατριώτες. Οι λίγοι αδιάφοροι. Οι ελάχιστοι προδότες. Ένας αστοιχείωτος είναι, συνήθως, πατριώτης ή προδότης. Δεν μπόρεσε να τα λογαριάσει σωστά και να μείνει ουδέτερος. Μα κι αν του λέγανε «μείνε στη γωνιά», θ’ άρπαζε το ντουφέκι. Για να φανεί η αξία του. Για να βγάλει το φιλότιμο, συχνά κακοβαλμένο. Μα κι από τύχη αν βγεις στον αγώνα, με τον καιρό, έρχεται και το φρόνημα. Ελεύθερα και αβίαστα κι άλλοτε επιβαλλόμενο από πρόσωπα και καταστάσεις.

ΠΑΤΗΣΕ ο φασισμός τα εδάφη μας, πήραν τα βουνά οι πολλοί κι αυτό βόλευε τους Συμμάχους. Με τους έλληνες «προκινδυνεύοντες» και μπροστάρηδες. Δεν το’ θελε ο Χίτλερ. Δεν είχε και πολλά να χωρίσει με τους έλληνες. Με τους Άγγλους είχε. Με πρόθεση να «βουλιάξει το νησί τους». Οι Σύμμαχοι μας βάλανε μπροστά. Με σχέδιο αγγλικής.κατασκευής και προελεύσεως. «Πρώτα εσείς που πολεμάτε σαν ήρωες. Πάρτε όπλα, ανατινάξτε γεφύρια, σκοτώστε γερμανούς. Ύστερα, μπορεί και να τα μοιραστούμε. Εδάφη και λάφυρα. Με την ειρήνη εξασφαλισμένη για όλους. Mε τα κρυοπαγήματα δικά σας. Με το σχέδιο δικό μας. Πολεμήσατε τους Γερμανούς. Σαν φύγουν κι αδειάσει ο τόπος, αρχίστε τους τσακωμούς ως γνήσιοι ρωμιοί και βλέπουμε. Θα σας ανταμείψουμε. Αν, βέβαια, είσθε καλά παιδιά και πιστοί στη Συμμαχία. Αν συνάδει η ιδεολογία σας με το στρατόπεδο όπου ανήκετε και παραμείνετε φανατικά αντικομμουνιστές».

ΑΥΤΑ μας είπαν με τον τρόπο τους, μας έδειξαν τον δρόμο, μας υπέδειξαν τον τρόπο και μας χτύπησαν στον ώμο. Κι εμείς τους ακούσαμε, τους πιστέψαμε και ανταποκριθήκαμε με το παραπάνω. Μόνο που όταν όλα τέλειωσαν, μας άφησαν «εκτός». Η μοιρασιά ήταν για τους άλλους. Φίλους, συμμάχους και προστάτες. Φύγαν’ οι Γερμανοί, ήρθαν οι Άγγλοι κι ύστερα οι Αμερικάνοι. Με το φευγιό του τελευταίου γερμανού, ξεσπούν τα «Δεκεμβριανά». Από μόνα τους; Τα’ χαν προετοιμάσει Τσώρτσιλ και Παπανδρέου. Βοήθησε και η αριστερά. Με την υπογραφή της ηγεσίας (των μπαρμπέρηδων, καπνεργατών και τσαγκαράδων) σε συμφωνίες Λιβάνους και Γκαζέρτες, που ισοδυναμούσαν με θηλιά στο λαιμό. Κι ύστερα;  Βάρκιζα, Εμφύλιος. Και μετά; Μακρονήσια, κυνηγητό, φακελώματα και εθνικοφροσύνες.

ΜΕ το Λιτόχωρο (31.3.46) ξεκινά ο Εμφύλιος. Τώρα σφαζόμαστε μεταξύ μας. Για τριάμισι χρόνια έλληνες σκότωναν Έλληνες. Και, βέβαια, δεν πρωτόγινε αυτό, δεν ήταν πρωτοφανές, στην Ελλάδα των Πελοποννησιακών πολέμων. Κι ούτε πρωτόγνωρος ο διχασμός κι ο αλληλοσκοτωμός. Μα τώρα έπαιρνε άλλη μορφή, άλλα αίτια είχε κι άλλους αφέντες, κρυφούς και μακρινούς. Σ’ αυτό το μακελειό, το σχέδιο πρόβλεπε και κομμουνιστές με το στανιό. Για να φανεί πως απειλείται ο «νοικοκύρης» και πως κινδύνευε η Πατρίς και το Έθνος. Γι αυτό οι «ληστοσυμμορίτες»  και «άθεοι» έπρεπε να πεθάνουν. Μη προλάβουν και μαγαρίσουν τον τόπο, μη κινδυνέψει το σύστημα, μην αλλάξει ο κόσμος συνήθειες, ήθη και κοσμοθεωρία. Γι αυτό και κράτησαν λίγο τα πανηγύρια στην μεταπελευθερωτική Ελλάδα του Γλέζου και της Αντίστασης. Και πίστευε ο Τσώρτσιλ στη δημοκρατία μας όσο και ο Γ. Παπανδρέου στη λαοκρατία.

ΤΑ κίνητρα για την ένταξη στο ένα απ’ τα δυο στρατόπεδα δεν ήταν πάντα αγνά. Συχνά είχαν να κάνουν με στενά οικονομικά συμφέροντα. Οφέλη προσωπικά, οικογενειακά, μίση και εύνοιες σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας, από προηγούμενα για κληρονομικά και, βέβαια, για λόγους φρονήματος των μελών του οικογενειακού δέντρου, στο διάβα των δεκαετιών. Οι λίγοι, οι ελάχιστοι καταλάβαιναν από εγγλέζικη πολιτική και το «μυρίστηκαν» πού το πάνε στην εξουθενωμένη Ελλάδα της φτώχιας, της αγραμματοσύνης και του διχασμού. Ν’ αντισταθείς με βάση το φρόνημα, αλλά να πας με ποιους;  Με τους ΕΛΑΣίτες του βουνού και μετέπειτα καταδιωκόμενους; Με τους «ξεγραμμένους» μαυροσκούφηδες του Άρη; Να’ χεις συμμαχητές ΕΔΕΣίτες, μέχρι να γίνουν κι αυτοί αντίπαλοι και εχθροί σου, μιας και δεν ταίριαζαν τα ιδεολογικά σου χνώτα και το σχέδιο πρόβλεπε ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ να βγάλουν τα μαχαίρια; Να φορέσεις τη γερμανική στολή, όσο έχει πέραση; Και να το «πάει» η καρδιά σου, φοβάσαι τους αντάρτες. Κι ύστερα;  Να βγεις στο βουνό, γιατί σε κυνηγούν θεοί και δαίμονες; Είσαι ξεγραμμένος-το κράτος δεν νικιέται. Να πολεμήσεις τους αντάρτες; Μπορεί να «δεις» το κεφάλι σου σ’ έναν τορβά. Μπορεί και να’ ρθουν νύχτα στο σπιτικό σου, να σ’ αρπάξουν, να σε κάνουν με το στανιό αντάρτη και «ιδεολόγο». Να παραμείνεις μακρινός θεατής και ουδέτερος; Θα’ χεις απέναντι και τους δυο. Αν πάλι ήσουν απλός και ταπεινός, χωρίς άποψη και ιδεολογία, τότε ακόμα κι ένα τυχαίο γεγονός μπορεί να όπλιζε το χέρι σου, εκείνο τον καιρό, να πήγαινε τα βήματά σου στον ένα ή τον άλλο δρόμο της κακίας και της αρετής, που δεν ήταν κι εύκολο να τους ξεχωρίσεις. Για την πόλη, με δίκοχο και κορώνα βασιλική ή για το βουνό με τσαπράζια και φυσεκλίκια; Έτσι κι αλλιώς, τον θέλαν’ λυσσασμένο τον έλληνα, εκείνες τις άγριες μέρες. Να τρώει τις σάρκες του αντιπάλου, με νύχια και δόντια, όταν του έλειπαν τα όπλα ή του σώζονταν τα πυρομαχικά.

ΚΑΙ πάμε στον «πρωταγωνιστή» της ιστορίας μας. Ήταν (μεγαλο)κτηνοτρόφος ο «Σ». Είχε στη δούλεψή του πρόβατα, γίδια, στάνες και μαντριά, σκυλιά  και μπιστικούς. Από μικρός στη στάνη και γράμματα δεν έμαθε. Ωστόσο, κάτι άκουσε για κομουνισμό και ισότητα στον κόσμο και, παρότι δεν του χώραγαν το βιος οι αποθήκες, στάθηκε «συμπαθών» προς τους αντάρτες. Ένιωθε πιο κοντά σ’ εκείνους, με τα πρόβατα και γίδια στα βουνά, παρά με τους αστούς και τον πολιτισμό. Το’ ξεραν αυτό οι αντάρτες, ωστόσο, πρώτα το στομάχι για χορτασιά κι ύστερα η ιδεολογία.

ΕΝΑ βράδυ «χτύπησαν» τα μαντριά του και του κλέψανε το βιος. Του άδειασαν τη στάνη. Δεκάδες γιδοπρόβατα άλλαξαν χέρια, μέσα σε ένα βράδυ. Τα πήγαν στο βουνό, τα μάντρωσαν σε στάνες. Τα’ χαν ανάγκη οι αντάρτες και του τ’ άρπαξαν. Για να βοσκάνε στην άπλα του βουνού, με άλλο βοσκό και νοικοκύρη. Να σφάζονται όταν γουργούριζαν στομάχια και να γίνονται «κλέφτικο» ή για να ψήνονται στο χώμα. Τυλιγμένο στη δορά του το αρνί το απίθωναν σε λάκκο με χωνεμένα κάρβουνα, το σκέπαζαν με χώμα αφήνοντάς το να «αναπνέει» με δυο τρία καλάμια μπηγμένα στο χώμα που το σκέπαζε.

ΚΟΙΜΗΘΗΚΕ ο «Σ» το βράδυ πλούσιος και ξύπνησε φτωχός. Του’ στειλαν και μήνυμα οι αντάρτες πως θα τον σκότωναν, «την άλλη φορά». Ως τότε, δεν έπρεπε να μαρτυρήσει κι ούτε να μαθευτεί η κλεψιά, η απειλή, η ταπείνωση. Ο «Σ» τους «αποκήρυξε» και πήρε όρκο για εκδίκηση. Του πήραν ό,τι είχε και δεν είχε, τον κάνανε φτωχό, τον πρόσβαλαν, τον «έσβησαν» απ’ το χωριό, του άδειασαν τη στάνη, το «είναι» και την ύπαρξή του. Κι αυτός δεν ζάρωσε περιμένοντας. Δεν το άντεξε η ψυχή του κι ορκίσθη εκδίκηση.

ΜΙΑ μέρα, διάβηκε το ποτάμι και βρέθηκε στην αντίπερα όχθη. Έγινε κάτι σαν γενίτσαρος και εντάχθηκε στα «Τάγματα» του Ράλλη. Δεν χώρεσε το μίσος στην ψυχή του κι ήταν «τυφλό». Όσο περίσσεψε το ξόδεψε σκοτώνοντας αντάρτες. Κυνήγησε με την ψυχή του «ληστοσυμμορίτες». Επικεφαλής ομάδας, τους σκότωνε όπου τους έβρισκε. Άλλο δεν είχε λόγο, παρά που τον ληστέψανε. Την.ιδεολογία την άφησε για ‘κείνους που ξέραν’ γράμματα – αυτός μόνο τσομπάνος έκανε στη ζωή του, με τα ζώα μεγάλωσε, μ’ αυτά «συνομιλούσε». Πρωτοστάτησε ο σε μάχες και συμπλοκές με τους αντάρτες. Πρωτοπαλίκαρο του οπλαρχηγού-συνταγματάρχη της περιοχής, γνωστού για τη δράση, τον αντικομουνισμό και τον κυνισμό του. Λένε πως ο προστάτης και «εν όπλοις» αφέντης του σκότωνε με το πιστόλι, κομμουνιστές, στο γραφείο του. Έφερναν τον κατηγορημένο μελλοθάνατο μπροστά του κι αυτός, ο ένστολος της πατρίδας του’ λεγε. «Περίμενε να φάω. Θα σε σκοτώσω μόλις τελειώσω». Τον εκτελούσε κι ακούμπαγε το περίστροφο στο γραφείο, δίπλα στα χαρτιά του. Κι ήταν τόσο παλικάρι, που μόλις του ‘διναν την πληροφορία πως έρχονται οι αντάρτες, έπαιρνε τ’ άλογο και τη φρουρά του και εξαφανίζονταν για το κοντινό κεφαλοχώρι. Αργότερα, πλήρωσε για τα κρίματά του. Πέρασε από δίκη, καταδικάστηκε και εκτελέστηκε.

Ο «Σ» βασάνιζε τους αντάρτες, πριν τους σκοτώσει. Έκανε εφόδους σε σπίτια συγγενών, τους εκβίαζε, άρπαζε τα χωράφια τους. Σκοτώθηκε σε συμπλοκή, έξω απ’ το χωριό του. Οι αντάρτες πήραν το αίμα πίσω. Τ’ όνομά του έμεινε σαν κληρονομιά βαριά στους συγγενείς, σαν του πιο άγριου ταγματασφαλίτη της περιοχής, σφαγέα και μεταβλητής ιδεολογίας

thanikolaidi@hotmail.com

Διαφημίσεις
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα καὶ σημειώθηκε ὡς . Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Μία ἀπάντηση στὸ ΜΝΗΜΕΣ (Εμφύλιος)

  1. Ὁ/ἡ Ερευνητής γράφει:

    Είναι δύσκολο να εισέλθει σήμερα κάποιος στην πραγματικότητα του “τότε”. Αυτό ακριβώς επιτυγχάνεται με αριστουργηματικό τρόπο στο ως άνω απόσπασμα.

    Μοῦ ἀρέσει

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.