Το μυστικό της πολιτικής


Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου *

Όπως αγωνιωδώς επισήμαινα πριν από χρόνια, ζούμε στην εποχή του τέλους της πολιτικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι μας τελείωσε η πολιτική ως σχέσεις εξουσίας, αλλά ότι βιώνουμε τον κοινωνικά παραμορφωτικό μύθο της αντιεξουσιαστικής δομής της πραγματικότητας, το τέλος της ιδεολογίας, το τέλος της ιστορίας. Πρέπει να πείσουμε τις αγορές, λένε οι δικοί μας και οι ξένοι κυβερνήτες. Η συμφωνία της 21ης Ιουλίου, δεν έδρασε κατευναστικά στις αγορές, διαπιστώνει ο αρμόδιος επίτροπος Όλι Ρεν, για να καταλήξει «σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι πως οι αγορές απογοητεύθηκαν».

Από απογοήτευση σε απογοήτευση βαδίζουν οι άτιμες, μετά από κάθε «θριαμβευτική» κίνηση αποκατάστασης της αξιοπιστίας της ευρωζώνης, που συμπτωματικά συνδέεται με μηχανισμούς σωτηρίας της Ελλάδας! Η Ελλάδα μοιάζει να πρέπει να «σωθεί» πολλές φορές μήπως τελικά σωθεί η ευρωζώνη από την διάλυση και η ΕΕ από την  αποσύνθεση.

Το πράγμα πλέον εισέρχεται στην απολύτως φαιδρή του φάση. Πολιτικοί να εκλιπαρούν το χρηματοπιστωτικό λόμπυ να δείξει έλεος και να συμπαρασταθεί στην προσπάθειά τους να αρμέξουν αργά και σταθερά την κοινωνική αγελάδα για να μεταφερθεί στην πραγματική οικονομία το ποσό που ενθυλάκωσαν τα τελευταία χρόνια οι κερδοσκόποι μετά την ολοκλήρωση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Δώστε μας χρόνο και αφήστε μας να κάνουμε τη δουλειά μας όπως σας εξυπηρετεί, λένε οι λογής-λογής νεοφιλελεύθεροι με τους μετασοσιαλιστές μάλιστα να υπερθεματίζουν. Οι πολιτικοί και στην ΕΕ μετατράπηκαν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σε ανθρώπους των αγορών, προσαρμοζόμενοι στο πρότυπο εκείνων που διευθύνουν τα δημόσια πράγματα στις ΗΠΑ. Μετά αναζητείτε πολιτικούς ηγέτες! Δεν θα τους βρείτε όμως εκεί που ψάχνετε, καθώς είναι αδύνατον οι πράκτορες οικονομικών συμφερόντων να πολιτευθούν αγνοώντας τα συμφέροντα των πατρώνων τους. Οι αγορές δεν τιθασεύονται με μέτρα υπέρ των μεταπρατών του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά με μέτρα προστασίας των κοινωνιών από τα κερδοσκοπικά κέντρα που είναι σε όλους γνωστά αλλά, δυστυχώς, σε αυτά προστρέχουν για να τους βρουν λύση αστείες υπάρξεις σαν τον δικό μας «πιστολέρο». Η χρηματαγορά θα γονατίσει τις κοινωνίες και στην ΕΕ στον βαθμό που τα κράτη δεν διαμορφώσουν νέους θεσμούς δημόσιου ελέγχου του τραπεζικού συστήματος και των χρηματιστηρίων. Η δουλειά των πολιτικών θα έπρεπε να είναι η άσκηση πολιτικής για τον περιορισμό της εκμετάλλευσης των κοινωνικών υποκειμένων και όχι η θέσπιση συνθηκών παγίωσης και διεύρυνσης των κερδοσκοπικών παιγνίων. Σε αντίθετη περίπτωση δεν μιλάμε για πολιτικούς, αλλά αποκλειστικά για ατζέντηδες αλληλοσυγκρουόμενων οικονομικών συμφερόντων. Δεν μιλάμε για πολιτική, αλλά για καθυπόταξη των επιμέρους λαών στην βούληση ενός παγκόσμιου μπουκέτου νέων φεουδαρχών υπό την μορφή χρηματοπιστωτικών συμφερόντων που αγωνίζονται να αποκτήσουν απόλυτη πολιτική δύναμη (το μονοπώλιο στην πολιτική εκτός από την αγορά χρήματος) μέσω της ολοκλήρωσης της οικονομικής παγκοσμιοποίησης.

«Όλα είναι οικονομία», λένε οι νεοφιλελεύθεροι και οι σοσιαλιστές, «αντιεξουσιαστές στην εξουσία», δίχως να καταλαβαίνουν τι μολογούν. Δίχως να καταλαβαίνουν την σημασία της οικονομίας που δεν θα πρέπει να προσεγγίζεται ως μηχανισμός παραγωγής εισοδημάτων, κερδών, ισχύος, πλεονεκτημάτων, προνομιών, αποκλεισμού και κοινωνικής ανισότητας. Είναι όλα αυτά, φυσικά, αλλά κυρίως αποτελεί μηχανισμό ζωής και θανάτου. Η τελευταία συνάρτηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η οικονομία είναι μέρος ενός ευρύτερου μηχανισμού αναπαραγωγής της βιόσφαιρας. Το μυστικό της πολιτικής είναι να προσεγγίσεις τις σχέσεις εξουσίας με βιοοικονομικό κριτήριο: δεν σπανίζουν αγαθά και υπηρεσίες, ούτε περισσεύουν  άνθρωποι και φυσικοί πόροι. Το αντίστροφο ίσως θα ήταν ορθό και ιδιαίτερα κρίσιμο στην ελληνική συγκυρία.

Η αντιπολιτική προσέγγιση της οικονομίας, που ουσιαστικά την προσδιορίζει σε αντίθεση με την βιόσφαιρα, οδηγεί σε υπερ-συσσώρευση, χρηματοοικονομικές φούσκες, κοινωνική φτωχοποίηση και τέλος πόλεμο. Στο κυνήγι του εφήμερου με την σπατάλη του αύριο, με δύο λόγια. Ναι, και οι δημοκρατίες πολεμούν μεταξύ τους στον οικονομικό τομέα, μέχρι κάποια από αυτές να αρχίσει να χάνει το (οικονομικό) παιχνίδι. Τότε μετατρέπεται σε ολοκληρωτικό καθεστώς που πολεμά τους υπόλοιπους «δημοκράτες», οι οποίοι φάνηκε να επικρατούν αρχικά στο οικονομικό μέτωπο. Έτσι αρχίζει η πολιτική με στρατιωτικά μέσα μια και προηγουμένως δεν μπόρεσε να χειραγωγήσει την οικονομία και να αποσπαστεί από αυτήν ως ξεχωριστή σφαίρα. Τώρα ο πόλεμος θα διεξαχθεί με άλλα αντι-εντροπιακά όπλα δηλαδή, πέραν αυτών που ελέγχει ο τραπεζίτης και ο χρηματιστής.

Όταν οι τιμές διαμορφώνονται αποκλειστικά στο πεδίο της αποδοτικότητας και του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, τότε αυτές υπολογίζονται αποκλειστικά στην βάση των αγαθών και υπηρεσιών που χαρακτηρίζονται σπάνια – και το χρήμα θα πρέπει να το βλέπετε μεταξύ αυτών. Ποιος είναι αυτός όμως που αποφασίζει για την «σπανιότητα» και ρυθμίζει τον μηχανισμό που την διαμορφώνει; Η σοφή αγορά, ή κάποια σοφή θεότητα; Μπορεί η θεότητα αυτή της αγοράς να κατασκευάσει μια τιμή που δεν μπορεί η ίδια να σηκώσει; Μπορεί η αγορά να διαμορφώσει μια τιμή που δεν θα βρεθεί κανείς να πληρώσει; Μπορεί…μπορούν! Και το κάνουν διαρκώς μέσω ποικιλόμορφων κρίσεων που σε αρκετές περιπτώσεις καταλήγουν σε γενικευμένες πολεμικές αναμετρήσεις με στρατιωτικά μέσα.

Επειδή στην πραγματικότητα η τιμή ανταποκρίνεται στην εντύπωση (αναπαράσταση) της αξίας, αυτό που δεν «σηκώνει» η αγορά χάνει την αξία του και ας είναι το πολυτιμότερο αγαθό για την ανθρωπότητα. Η αγορά δεν σηκώνει ο τι δεν εντάσσεται αρμονικά στο συγκεκριμένο μηχανισμό παραγωγής πολιτισμού και κερδών που κάθε φορά επικρατεί. Η αγορά δεν σηκώνει ο τι δεν είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί η κυρίαρχη ελίτ. Έτσι η σχέση του μέσου με τον σκοπό αντιστρέφεται και ως ανώτερος νόμος εμφανίζεσαι η λογική του τραπεζίτη: ο λόγος των νεκρών πραγμάτων με τα οποία εξαγοράζονται και εκφράζονται τα ζωντανά πράγματα. Το χρήμα με άλλα λόγια παύει να είναι μέσο και γίνεται σκοπός. Εδώ τελείωσες! Η οικονομία έγινε ο μηχανισμός αιτιότητας της ύπαρξής σου. Κάνει πολιτική δίχως να το δηλώνει. Με αυτό τον τρόπο η πολιτική αποκτά έννοια αποκλειστικά στο οικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεσαι νοερά ως γρανάζι. Παύει δηλαδή να είναι πραγματική πολιτική και γίνεται νομιμοποιητικός μηχανισμός της οικονομικής σου διάστασης: η φόρμα των εξουσιαστικών σχέσεων  που θεωρείς ότι εξυπηρετεί καλύτερα την οικονομική σου λειτουργία, την τσέπη σου, την μοναδικότητα σου! Αυτό σε ξεριζώνει κοινωνικά, αλλά δεν σε νοιάζει γιατί εσύ είσαι τέκνο της αγοράς. Εδώ θα λάβεις την τιμή σου, αφού αναγνωριστεί η αξία σου! Ποια αξία σου κοροΐδο, αφού εσύ περισσεύεις ή θα περισσέψεις, ενώ τα προϊόντα (σου) σπανίζουν;  Όσο περισσότερο περισσεύεις εσύ, τόσο περισσότερο θα σπανίζουν και τα προϊόντα που θα μπορούσες να παράγεις. Έτσι η μείωση της δικής σου αξίας, διαμορφώνει συνθήκες αυξημένων κερδών για ομοειδή ή υποκατάστατα προϊόντα από εκείνους που οικονομούν αντι-εντροπικά για να ηγεμονεύουν μονοπωλιακά.

Όπως ίσως παρατηρείτε, η αγορά ως σύγχρονη θεότητα λειτουργεί αντίθετα από την πολιτική οικονομία των μονοθεϊστικών θρησκειών. Ποτέ ένας θεός δεν θα κατασκεύαζε μια πέτρα που δεν θα μπορούσε να σηκώσει ο ίδιος. Πότε ένας θεός δεν θα λειτουργούσε αντι-εντροπικά. Ποτέ ένας θεός δεν θα σπαταλούσε ανθρώπους και φυσικό κεφάλαιο για να φτιάξει τεχνητό κεφάλαιο ως στοιχείο ηγεμονίας, πλουτισμού και εκμετάλλευσης του ζωντανού κόσμου. Και αυτό επειδή ένας σωστός θεός γνωρίζει ότι η πολιτική του δύναμη στηρίζεται στην οικονομική του θεώρηση. Ο θεός είναι θεός γιατί ποτέ δεν σκέφτηκε να φέρει σε αντίθεση τους οικονομικούς θεσμούς με εκείνους που διέπουν την αναπαραγωγή της ζωής. Δεν κάνει πολιτική στα νεκροταφεία, αλλά στα μαιευτήρια. Αντίθετα η θεότητα της αγοράς κάνει αντιπολιτική, παράγοντας ισχύ όχι από την βιοοικονομική αξιοποίηση των πόρων, αλλά από την δημιουργία κλίματος απειλής για έλλειψη αγαθών (και χρήματος ασφαλώς), όπου και όταν η κερδοφορία πέφτει εξαιτίας της οικονομικής υπερθέρμανσης, που είναι σχετικό μέγεθος απόλυτα συνδεδεμένο με την διάρθρωση της παραγωγής, τον εξαγωγικό ή όχι χαρακτήρα των επιχειρήσεων και ασφαλώς την σημερινή διάσταση της παγκοσμιοποίησης.

Αντίθετα η οικονομία του φιλελεύθερου σοσιαλισμού ξεκινά από την αντίληψη ότι αυτό που ποτέ δεν περισσεύει είναι οι άνθρωποι και οι φυσικοί πόροι, η γνώση, η εμπειρία και η εφευρετικότητα. Αυτό γεννά την ανάγκη πολιτικής, ώστε να υπηρετηθεί ο σκοπός της ευημερίας που ασφαλώς δεν κατανοείται ποσοτικά, αλλά ποιοτικά. Από τη στιγμή όμως που θα αντιμετωπίσεις την οικονομία αποκλειστικά ως μηχανισμό της αγοράς αποκλείεται να κατανοήσεις βαθύτερα την πολιτική, θα παραμείνεις στο χυδαίο επιφαινόμενο του πολιτικού οικονομισμού. Θα παραμείνεις θεατής των γραναζιών που κινούνται και θα ψάχνεις απεγνωσμένα για λύση όταν αυτά αποσυντονίζονται και τελικά μπλοκάρουν. Δεν θα μπορείς να κάνεις πολιτική, διότι θα βλέπεις τον εαυτό σου σαν γρανάζι ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα αισθάνεσαι σαν γρανάζι που φιλοδοξεί να κινήσει ολόκληρο το μηχανικό σύστημα, για δικό του όφελος ασφαλώς. Για να υπάρξει και αυτό στο σύστημα! Αυτά τα φιλόδοξα γρανάζια αυτοαποκαλούνται «σωτήρες» και στο επίπεδο λειτουργίας του κράτους ισχυρίζονται ότι ενεργούν εξ ονόματος του έθνους και της «αντικειμενικότητας».

Πάντα στο έθνος αναφέρονται οι «Σωτήρες», καθώς με αυτό το κόλπο διασκεδάζουν την ένταξή τους στη (συγκεκριμένη) δομή της πολιτικής, την οποία ουσιαστικά αρνούνται ή παραγνωρίζουν, εμφανιζόμενοι ως ουδέτεροι, αντικειμενικοί και κυρίως ρεαλιστές. Πρόκειται για το γρανάζι που αποκτά αξία στο βαθμό που συμβάλλει στη λειτουργία ενός μηχανισμού που το ξεπερνά, αλλά ταυτόχρονα το προσδιορίζει. Ο πολιτικός στο βαθμό που δει τον εαυτό του ως γρανάζι, έχει πάψει να κάνει πολιτική. Γίνεται φορέας συντήρησης ενός μηχανισμού, ο οποίος στο βαθμό που υποστηρίζει την δήθεν ικανότητα του να μεταλλαχθεί σε κάτι διαφορετικό και αποτελεσματικότερο οικονομικά, προδίδει την αντιπολιτική του φύση. Οι οικονομικές μηχανές μπορούν ενδεχομένως να μεταβάλλουν λειτουργία, ποτέ όμως δομή. Αυτό θα απαιτούσε την καταστροφή τους μέσω μιας νέας ηγεμονικής πολιτικής.

Μια λοιπόν και η πολιτική απουσιάζει στα συστήματα όπου «όλα είναι οικονομία», σαν το δικό μας καθεστώς στην Ελλάδα, είναι φυσικό να οργιάζει η διαφθορά, ο φαβοριτισμός, η αυθαιρεσία κάθε μορφής, η οικογενειοκρατία, η διαπλοκή και η τέχνη παραγωγής νόμων δια του εκχυδαϊσμού της δομής των κανόνων δικαίου. Δεν είναι η πολιτική που γεννά την διαφθορά, αλλά οι πολιτικές που είναι ενταγμένες σε ένα οικονομικό μηχανισμό που αναφέρεται σε μια κομματική αγορά. Εντός αυτής της αγοράς αναπτύσσεται σήμερα η διαλεκτική των «μνημονίων», συντάσσοντας μια νέα εμπορευματική θεώρηση για τους Έλληνες, την δημόσια περιούσια και τους φυσικούς πόρους της χώρας. Έτσι, με άνεση και θράσος θεσμοθετείται η αδικία ως κάτι αυτονόητο καθώς και η παρανομία, που νομιμοποιείται ακόμη και αναδρομικά. Εδώ, λοιπόν, στην αντιπολιτική Ελλάδα, του απολιτικού λαϊκισμού θεσπίζονται καθημερινά κανόνες δικαίου, που θεμελιώνουν την ανισότητα και ευλογούν την αντιδημοκρατική συμπεριφορά στο όνομα της καλής λειτουργίας ενός μηχανισμού που δήθεν θέλουμε να αλλάξουμε, όντες γρανάζια του. Αυτό όμως αποκαλείται αντιπολιτική και όχι πολιτική λειτουργία – επιμένω! Έτσι λειτουργούν πολιτικάντηδες, πάτρωνες και πελάτες και όχι πολιτικοί. «Σωτήρες» και όχι βουλευτές. Κομματικά ανδρείκελα και όχι πολίτες.

Ας αφήσουμε λοιπόν την υποκρισία. Το μυστικό της πολιτικής είναι ότι δεν διαμορφώνει απλώς νικητές και ηττημένους στην κοινωνία, αλλά την ίδια την διάσταση της ζωής στο παρόν και με συνέπειες για το μέλλον. Όταν η πολιτική νοιάζεται να προστατεύσει τα κέρδη και όχι τους παραγωγούς κερδών, μετατρέπεται σε οικονομικό μηχανισμό (παύει να είναι δημοκρατική πολιτική) που αποσκοπεί στην κοινωνικοποίηση των ζημιών και στην ιδιωτικοποίηση των κερδών. Και τούτο καταστρέφει την παραγωγική διάθεση της ελληνικής κοινωνίας, καθώς προνοεί για την μεγιστοποίηση των ροών που βραχυπρόθεσμα γίνεται προσπάθεια να αξιοποιηθούν, ενώ παραγνωρίζει την ανάγκη υιοθέτησης ενός εντελώς διαφορετικού κοινωνικού και αναπτυξιακού μοντέλου που θα στηρίζεται σε βιοοικονομικές αρχές, απόλυτα συμβατές με την ανάπτυξη ενός ριζοσπαστικού μοντέλου πλουραλιστικής δημοκρατίας το οποίο θα παράγει υπευθύνους πολίτες με κοινωνική συνείδηση και όχι αλητήριους, ημετέρους και βολεψάκηδες. Πολιτική μπορούν να κάνουν αποκλειστικά ζωντανοί οργανισμοί και όχι  διάκονοι της αγοράς ή νεκρωμένοι από την διαπλοκή πολιτικάντηδες. Μη ψάχνετε, λοιπόν, πολιτικούς στα πολιτικά νεκροταφεία, ούτε εκεί ασφαλώς που τα νεκρά πράγματα βαυκαλίζονται ότι έχουν την ικανότητα να ζωντανέψουν τον κόσμο! Το χρήμα δεν παράγει. Παράγεται. Σήμερα ζούμε την αντιστροφή αυτής της σχέσης και τούτο οδηγεί στο πολιτικό παράδοξο οι κοινωνίες να περιμένουν την σωτηρία από τις αγορές. Η κοινωνία στο βαθμό που είναι ανίκανη να γεννήσει πολιτική, θα γίνει βορά αυτών που ουσιαστικά από το 1990 μεθόδευσαν την μονοπώληση της εξουσίας στον κόσμο από μια νέα παγκόσμια ελίτ ελέγχου των χρηματικών ροών.

Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία.

activistika

Διαφημίσεις
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.