Η λογοτεχνική μας γωνιά


Το μυστικό της κομμένης φωτογραφίας… άλλος ένας ανάξιος

 

Της Ρένας Ραψομανίκη

Έμενε να λυθεί ένα ουσιαστικό πρακτικό πρόβλημα. Η τροφοδοσία τους.
Η μητέρα εξομολογήθηκε στον Κουρτ τον καημό της. Οι δίδυμες είχαν μαραζώσει κλεισμένες μέσα στο σπίτι. Θα ήθελαν να μπορούσαν να προσεύχονται στο εκκλησάκι και ν’ ανάβουν καθημερινά τα καντήλια, όπως το συνήθιζαν προπολεμικά. Ο άντρας της όμως το θεωρούσε παρακινδυνευμένο και δεν έδινε τη συγκατάθεσή του. Το άλλο πρωί, στην αναφορά, πήρε το αυτί μας δύο φορές τη λέξη φροϊλάιν και το μεσημέρι ο Κουρτ έδωσε στη μητέρα το πράσινο φως. Φεύγαμε από το σπίτι κάθε απόγευμα κρατώντας το κλειδί – που δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο – κι ένα καλαθάκι που η επιδεικτική του βιτρίνα ήταν  λάδι, φυτίλια, καρβουνάκια, λιβάνι. Αν συναντούσαμε αξιωματικούς ή στρατιώτες στην αυλή χαμηλώναμε με συστολή τα βλέφαρα να μην διακρίνουν το χτυποκάρδι που έφερνε η τρομάρα μας. Οι πρώτες φορές ήταν δύσκολες, σιγά-σιγά συνηθίζαμε και άρχισε να μας αρέσει κι όλας. Είχαμε όντως μείνει κλεισμένες για πολύ καιρό και τούτη η καθημερινή βόλτα ήταν ένα αναζωογονητικό μελτεμάκι που μας έδινε ταυτόχρονα την ικανοποίηση ότι κάναμε κάτι τολμηρό και πατριωτικό.  Το ηλικιωμένο ζευγάρι μάς περίμενε σαν άγγελους της ελπίδας και στη λίγη ώρα που μέναμε μαζί τους οι γλώσσες μας πήγαιναν ροδάνι, να προφτάσουν να τούς ενημερώσουν για όσα συνέβαιναν έξω από το καταφύγιό τους.


Τον είδα πίσω από τον μαντρότοιχο  και  πόνεσα από χαρά. 
Πώς είχε μάθει; 
Απομείναμε να κοιταζόμαστε αχόρταγα κι ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα τόσο κοντά μου κι αναρωτήθηκα πώς τον αγαπούσα τόσον καιρό χωρίς καν να ξέρω  το χρώμα των ματιών του. Ένιωθα ανίκανη ν’ αρθρώσω λέξη βουτηγμένη μέσα στη μαγεία της στιγμής που θα ήθελα να παγώσει έτσι που να μείνουμε αιώνια ακίνητοι, με τον τοίχο ανάμεσά μας, και τα σώματα να επικοινωνούν άπληστα με τον δικό τους μοναδικό τρόπο. Εκείνος, πιο πρακτικός, μού ξεδίπλωσε το πλάνο του. Κάθε απόγευμα θα έπαιρνε τον χωματόδρομο με το ποδήλατο, θα έφτανε εκεί μια ώρα πριν από μας, ώστε κανείς να μην τον συσχετίσει μαζί μας και θα περίμενε άλλη μια ώρα αφού πια είχαμε φύγει. Έμοιαζε ασφαλές, μα και να μην ήταν, ποια λογική θα μπορούσε να εμποδίσει αυτό που πρόσταζε η καρδιά και διεκδικούσε το κορμί; 

Στον δρόμο της επιστροφής πρόσεξα ότι τ’ αγριολούλουδα είχαν ανθίσει μέσα στο καταχείμωνο, τα πουλιά κελαηδούσαν στο σούρουπο, μυρωδιές εξαίσιες ξεχύνονταν από παντού και εγώ χαμογελούσα στο κενό σαν ηλίθια. Στην επόμενη επίσκεψη πήδηξε τον μαντρότοιχο, την άλλη με αγκάλιασε τρυφερά και την τρίτη φιληθήκαμε καθισμένοι στο μάρμαρο του οικογενειακού τάφου. Η αδελφή μου μετέφερε μόνη της τα νέα του έξω κόσμου στους φιλοξενούμενους κι εκείνοι ποτέ δεν ρώτησαν – ίσως είχαν διαισθανθεί, ίσως και όχι. 
Έζησα μια ανέλπιστα ευτυχισμένη περίοδο  μέσα στην δίνη του πολέμου, σε απόσταση αναπνοής από τους εχθρούς, χωρίς ούτε μια στιγμή να με προβληματίσουν, πολύ περισσότερο να με πανικοβάλλουν, οι συνέπειες  μιας πιθανής  αποκάλυψης της διπλής παρανομίας.

Εντελώς απροειδοποίητα  χτύπησε τ’ αστροπελέκι! 
Καθόμαστε  αγκαλιασμένοι, κρυμμένοι κάτω από τα κυπαρίσσια όταν ανέμελα πέταξε την βόμβα που έκανε κομμάτια και θρύψαλα  την βιτρίνα της ευτυχίας.
-Ο πόλεμος τελειώνει, όλοι το ξέρουν και όλοι προετοιμάζονται. Την ίδια ημέρα που θα φύγουν οι Γερμανοί, θα έρθω να σε ζητήσω από τον πατέρα σου. Δεν θα σπαταλήσουμε χρόνο σε αρραβώνες και άλλες καθυστερήσεις. Θα ήθελα να δώσουμε μια αλησμόνητη δεξίωση για την απελευθέρωση και τους γάμους μας, αλλά το σπίτι μας δεν είναι σε κατάσταση να δεχτεί κόσμο. Όταν με τις λίρες της προίκας σου ξαναπάρει τη λάμψη του, θα κάνουμε βεγγέρες που θα συζητιούνται στο νησί για έναν ολόκληρο μήνα.
Γίναμε και οι δυο κάτωχροι – δεν ξέρω ποιος περισσότερο – όταν ξέπνοα δήλωσα:
-Ποιες λίρες; Όλη μου η προίκα ήταν σε χαρτιά!
-Μα όλοι ξέρουν…
Ξέρουν!… Τώρα μόλις μάθαινα κι εγώ…   Ο πατέρας δεν ήθελε να χάσει τη φήμη του έξυπνου εμπόρου παραδεχόμενος την οικονομικά  επιπόλαιη συμπεριφορά του. Οι αγορές δεν συγχωρούν λάθη που σχετίζονται με την αξιοπιστία. Προσδοκούσε να ξεκινήσει από την αρχή με το τέλος του πολέμου, να καλύψει τα χαμένα κι είχε φροντίσει να αποσιωπήσει την οικονομική μας καταστροφή.
Δεν ήθελα να το παραδεχτώ μα το μυαλό μου τριβέλιζε η σκέψη ότι η τρυφερή σχέση που είχα ζήσει έφτανε στο τέλος της. 

Την άλλη μέρα δεν ήλθε! 
Την επομένη εμφανίστηκε, φαίνεται πως το πάλευε, αλλά η ψυχρότητα είχε εγκατασταθεί. 
Οι επισκέψεις αραίωσαν και τελικά σταμάτησαν χωρίς να δοθεί εξήγηση. 
Τι να λέγαμε άλλωστε; 
Όλα είχαν ειπωθεί χωρίς λόγια.
Ένα ερώτημα είχε μείνει αναπάντητο. Γιατί εμένα κι όχι την αδελφή μου; 
Μούσκεψα πολλά μαξιλάρια μέχρι να αποδεχτώ το αμετάκλητο.

Αποφάσισα να παντρευτώ τον δάσκαλο. 
Αν δεν μπορούσα να πάρω τον Διονύση δεν είχε και πολύ σημασία ποιον θα έπαιρνα. 
Ο πατέρας έδειξε χαρούμενος, αλλά την άλλη μέρα ήρθε αναψοκοκκινισμένος στο μεσημεριανό τραπέζι.


Συνεχίζεται…
Διαφημίσεις
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

3 ἀπαντήσεις στὸ Η λογοτεχνική μας γωνιά

  1. ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ…
    Από την πρώτη άλωση του 1204 μέχρι σήμερα
    Εάλω η Πόλις

    “Μοίρα των αθώων
    είσαι η δική μου η μοίρα”
    Οδ. Ελύτης ( Άξιον εστί)

    Εάλω η Πόλις και η Ελληνότροπη Πολιτεία ένεκεν της Νομαρχίας του “Ανωνύμου του Έλληνος”. Το πρόσωπο – είναι ένεκεν του Εγώ ο ένας, έτσι ώστε ο Άνθρωπος δίχως λεύτερο μπόι να σέρνεται με επικίνδυνες προς τα κάτω δρασκελιές.
    Εάλω η ανοικτή αγκαλιά του γένους των Ρωμιών, κλείνοντας μέσα της εχθρούς γείτονες και φίλους, ένεκεν της “Εθνικής Φυλετικής Καθαρότητος”, της δυτικοτραφούς πεποίθησης της μικράς και εντίμου Ελλάδος που οδηγεί σε διαρκή απόγνωση και πένθος.
    Το Γένος της χαρμολύπης, εκατομμύρια ψυχές γεμάτες φως :
    Δεσμώτης των παρωχημένων διαστάσεων, της ευτελισμένης συνήθειας, των ιδιοπαθών αιτιάσεων του Δυτικού Διαφωτισμού και Προτεσταντικού ηθικισμού.
    Δεσμώτης της ανακύκλωσης των προδιαγεγραμμένων να συμβούν ως μελλούμενα, των απεχθών μόνον για τη βιωτική εφήμερων οραμάτων.
    Δεσμώτης μιας εσώτατης ελπίδας και υπομονής, αλυσοδεμένος Προμηθέας στα τείχη που αρπακτικά και σπλάχνα γίνονται ένα.
    Εάλω το καλό ένεκεν του Ισχυρού, έκτοτε καλόν κ΄αγαθόν με του Ισχυρού το δίκαιο και μόνο συμπορεύεται.
    Ωστόσο φτάσαμε μετά από μύριες αναβολές κι ανασυστάσεις να διατάσσουμε, να συστήνουμε δυνάμεις ψάλλοντας :
    Χαίρε το Σάμαλι και η Αχειροποίητος.*
    Εμπρός μας οι ήρωες Άγιοι της Ιστορίας.
    Πίσω μας μύριοι, ειδεχθώς δολοφονημένοι οι νεκροί ως θύματα της γραμμένης Ιστορίας.
    Ανάμεσά τους οι καλοστημένοι ανδριάντες, οι υποκριτικές γενειάδες, οι μουγκές σειρήνες – τιμητές της ελαστικής τους συνείδησης, της τακτοποιημένης πίσω από ψευδεπίγραφες πολεμίστρες ζωής τους, θυσιάζουν στο βωμό του κέρδους ό,τι διαχρονικά με Αμνό εξ άρτου και οίνο το Γένος κοινωνεί : την συναντίληψη της Πολυεθνικής, Πολυπολιτισμικής και Πολυθρησκευτικής Ειρηνικής συνύπαρξης στην καθ΄ημάς Ανατολή.
    Εάλω το χέρι που το Σάμαλι εν τη Αχειροποιήτω είναι ταμένο να μοιράζει ένεκεν του κοσμικού και λογικά εφικτού εγχειρήματος.
    Εάλω η Αγάπη, η χαρά της προσφοράς και η εκ φύσεως συγκαταβατική κοινωνική συνοχή ένεκεν της “παγκοσμιοποίησης”, της “Νέας Εποχής” και της τάξης των νέο επιτυχημένων.
    Χοροί, χιλιάδες χοροί ετοιμάζονται να σύρουν τα νικητήρια, ταιριάζοντας τα βογγητά των πονεμένων με την ηχώ των τυμπάνων. “Πέτρα ερήμου, δακρύων σπόγγος”**.
    Τα μοιρολόγια, των σπλάχνων αιμορραγία ατέλειωτη, τα πέρατα ταράζουν : Ξεριζωμός, θρήνος, προσφυγιά είναι τα μύρα και ο βασιλικός στα πόδια του Δεσπότη, προζύμι στον άρτο των Ψυχών που θυμούνται, συγχωρούν και αγαπάνε.
    Οι άψυχοι σωροί της εμπόλεμης ενασχόλησης δημιουργήματα, δικαιολογούν την ύπαρξη όπως την ορίζουν οι Νέοι Σταυροφόροι :
    Πορεία βουβή, αδιάκοπη χωρίς Σταυρό και Ανάσταση, μόνο ιδρός και αγωνία ως είναι οι θρόμβοι αίματος.
    Εάλω η Πόλις Κύριε, Κύριε…
    ” Έντεινον και κατευοδού και Βασίλευε ένεκεν Αληθείας και Πραότητος και Δικαιοσύνης. Ηγάπησας Δικαιοσύνην και μίσησας Ανομίαν “.***
    Ας μην χαθούν άλλες Πατρίδες και ομοαίματοι Αδελφοί μου.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΝΙΚΑΕΥΣ

    * “Μέσα στο Σάμαλι η Αχειροπίητος” Κ. Ζουράρις, εκδ. Αρμός. Αθήνα 1993
    ** “Συμεών Μνήμα” Συμεών Μοναχού, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994
    *** Ψαλμός Δαυίδ 44, στιχ. 4 & 8

    ΥΓ: Αυτό το κείμενο που δημοσιεύθηκε στην Τρίμηνη Έκδοση Λόγου και Τέχνης ” Εν Λαμία” τον Ιούνιο 1999, γράφτηκε με αφορμή τους βομβαρδισμούς των Αμερικανο-Νατοικών στην Γιουγκοσλαβία.
    Αναρτήθηκε από ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΝΙΚΑΕΥΣ στις 19:06

    Μοῦ ἀρέσει

  2. Ὁ/ἡ aristarhos γράφει:

    Δεν μπορώ να καταλάβω την σχέση του πονήματος της κας Ραψομανίκη με το λογοτεχνικό του Αλέξανδρου. Στο παρόν κομμάτι της εξαίσιας ιστορίας μάλλον, κατά την γνώμη μου, είναι η προδοσία στην αγνότητα των συναισθημάτων του έρωτα, από τον υλιστικό υπολογισμό. Εάλω η καρδιά, αφού δεν έπαιρνε τον Διονύση, τάλλα ήταν τελείως αδιάφορα.

    Μοῦ ἀρέσει

  3. ΣΩΣΤΟ…
    ΕΚ ΠΑΡΑΔΡΟΜΗΣ ΕΠΙΚΟΛΛΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΧΟΛΙΟ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ…
    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΝΙΚΑΕΥΣ

    Μοῦ ἀρέσει

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.