Η Επανάσταση που δεν έγινε ακόμη


Η φετινή επέτειος της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821 βρήκε τη χώρα σε μία από τις κρισιμότερες καμπές της μεταπολεμικής ιστορίας της. Ο αναβρασμός που επικρατεί σε κοινωνικό επίπεδο, η άσχημη οικονομική κατάσταση και οι πολιτικές ζυμώσεις συνθέτουν μία εικόνα θυμίζει καζάνι που κοχλάζει.

Ούτε μία, ούτε δύο αλλά τέσσερις δημοσκοπήσεις που δημοσιεύθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέσα, παραμονές της 25ηςΜαρτίου, αποτυπώνουν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο την παραπάνω εικόνα.

Πρώτο κόμμα οι αναποφάσιστοι, καταλληλότερος πρωθυπουργός ο κανένας, οκτακομματική ή εννιακομματική Βουλή και κατά πλειοψηφία απελπισμένοι όσον αφορά την ενδεχόμενη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου είναι συνοπτικά οι απαντήσεις των ερωτώμενων Ελλήνων.

Κι επειδή ακριβώς -από ιστορική άποψη- καμία επανάσταση ποτέ δεν ξεκίνησε από το μηδέν και δεν ξέσπασε για το τίποτα, ο κυρίαρχος φόβος των πολιτικών ιθυνόντων ήταν η μετατροπή του εορτασμού της Ελληνικής Επανάστασης του ’21 σε λαϊκή εξέγερση με ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να ζήσουμε τον πλέον αστυνομοκρατούμενο εορτασμό της εθνικής επετείου υπό το φόβο των Ιουδαίων.

Περισσότεροι από 7000 αστυνομικοί επιστρατεύθηκαν για την περιφρούρηση των παρελάσεων σε όλη την επικράτεια. Τον θεσμό που πρωτοεμπνεύστηκε ο Φρειδερίκος της Πρωσίας, γνώρισε την αποθέωση στη χιτλερική Γερμανία και εισήχθη στην Ελλάδα από το δικτάτορα Μεταξά το 1936. Άραγε για έναν και πλέον αιώνα από την ανεξαρτησία του Ελλήνων το 1830 μέχρι τον Μεταξά, πώς τιμούσαν τους αγωνιστές του ’21 και διατήρησαν ζωντανή την ιστορική μνήμη οι πρόγονοί μας χωρίς να υπάρχουν παρελάσεις;

Σίγουρα η ελληνική κοινή γνώμη είναι υπέρ της διατήρησης του θεσμού και η συντριπτική πλειοψηφία δε θέλησε ποτέ να πάψουν να υπάρχουν, ίσως γιατί ως θεσμός είχε χάσει προ πολλού την ταύτισή του με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα στη συνείδηση του κόσμου. Ο φασιστικός τρόπος, όμως, με τον οποίο η πολιτική ηγεσία αποφάσισε να διεξαχθούν αυτή τη φορά ανακάλεσε θύμησες από τις ρίζες του.

Σιδερένια κιγκλιδώματα στην Αθήνα, φράκτες κατά μήκος δύο χιλιομέτρων στη Θεσσαλονίκη, χρήση χημικών στην Πάτρα, 300 προσαγωγές και 40 συλλήψεις «αντιφρονούντων» υποδεικνύουν ότι οι παρελάσεις δεν πραγματοποιήθηκαν, ως όφειλαν, για τον κόσμο αλλά για τις εξέδρες των επισήμων. Γι’ αυτό και πάρθηκαν όλα τα αναγκαία μέτρα για τη προστασία των «εκλεκτών» εκπροσώπων της εξέδρας, διαμορφώνοντας ένα κλίμα γενικευμένης τρομοκρατίας για όλο τον απλό κόσμο.

Επιπλέον σκηνές όπως η εικόνα των ακροβολισμένων ελεύθερων σκοπευτών στην οροφή του Κοινοβουλίου και η απαγόρευση της παρουσίας πολιτών σε απόσταση 200 μέτρων από την παρέλαση της Αθήνας, όχι μόνο δεν τιμά τη δημοκρατία και τους εκπροσώπους της, αλλά γεννά κι αμφιβολίες για το αν πράγματι υφίσταται.

Από όλες τις μορφές διαμαρτυρίας -που καταδεικνύουν μία κοινωνία ταλαιπωρημένη, ένα λαό θυμωμένο, μία νεολαία οργισμένη- αυτές που ξεχώρισαν ήταν δύο.

Η άρνηση των υπερήλικων αναπήρων πολέμου να παρελάσουν διαμαρτυρόμενοι για την κρατική αναλγησία και το γύρισμα του κεφαλιού στα αριστερά μετά μούντζας ενός μαθητή στα Χανιά που παρέλασε με το αναπηρικό του καροτσάκι. Και τα δύο περιστατικά περίτρανη απόδειξη ότι η μνημονιακή λαίλαπα τσάκισε ακόμη και τα πιο ευαίσθητα κομμάτια του κοινωνικού ιστού.

Τα κόμματα στο σύνολό τους σχολιάζοντας τη γενικευμένη δυσαρέσκεια του κόσμου όπως αποτυπώθηκε στα γεγονότα των παρελάσεων -κατά την πάγια τακτική τους- αναμόχλευσαν τις συνήθεις θέσεις τους, αδυνατώντας ή μη θέλοντας να αντιληφθούν την ουσία και το βάθος των κοινωνικών αντιδράσεων. Το κυβερνών κόμμα επέρριψε ευθύνες για την πρόκληση των επεισοδίων στα κόμματα της αριστεράς και η αξιωματική αντιπολίτευση έκανε λόγο για μεμονωμένα περιστατικά που αμαυρώνουν την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό.

Δυστυχώς για όλους μας, εκ του αποτελέσματος είναι καταφανές ότι οι σημερινοί εκπρόσωποι του ελληνικού έθνους δεν είναι σε θέση να τιμήσουν την παρακαταθήκη των Απομνημονευμάτων του στρατηγού Μακρυγιάννη και επιμένουν να είναι στο Εγώ και όχι στο Εμείς. Την ίδια ώρα που το σύνθημα που επικρατούσε στα πανό των διαμαρτυρόμενων πολιτών ήταν τα λόγια του Κολοκοτρώνη «Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες».

kourdistoportocali

Advertisements
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

w

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.