Μ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ-ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ


 σχετικη εικονα στο παρακατω λινκ

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.
Η ζωή πως θνήσκεις;
πώς και τάφω οικείς;
του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.Μεγαλύνομέν σε,
Ιησού Βασιλεύ,
και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου,
δι’ ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς.Μέτρα γής ο στήσας,
εν σμικρώ κατοικείς,
Ιησού Παμβασιλεύ, τάφω σήμερον,
εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών.

Ιησού Χριστέ μου,
Βασιλεύ του παντός,
τι ζητών τοις εν τω άδη ελήλυθας;
ή το γένος απολύσαι των βροτών.

Ο Δεσπότης πάντων
καθοράται νεκρός,
και εν μνήματι καινώ κατατίθεται,
ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών.

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας
και επήγασας τω κόσμω την ζωήν.

Μετά των κακούργων
ως κακούργος, Χριστέ,
ελογίσθης δικαιών ημάς άπαντας,
κακουργίας του αρχαίου Πτερνιστού.

Ο ωραίος κάλλει
παρά πάντας βροτούς
ως ανείδεος νεκρός καταφαίνεται,
ο την φύσιν ωραΐσας του παντός.

Άδης πως υποίσει
παρουσίαν την σήν,
και μη θάττον συντριβείη σκοτούμενος,
αστραπής φωτός σου αίγλη τυφλωθείς;

Ιησού, γλυκύ μοι
και σωτήριον φως,
τάφω πως εν σκοτεινώ κατακέκρυψαι;
ω αφάτου και αρρήτου ανοχής!

Απορεί και φύσις,
νοερά και πληθύς,
η ασώματος, Χριστέ, το μυστήριον
της αφράστου και αρρήτου σου ταφής.

Ώ θαυμάτων ξένων!
ώ πραγμάτων καινών!
ο πνοής μοι χορηγός άπνους φέρεται,
κηδευόμενος χερσί του Ιωσήφ.

Και εν τάφω έδυς,
και των κόλπων, Χριστέ,
των πατρώων ουδαμώς απεφοίτησας
τούτο ξένον και παράδοξον ομού.

Αληθής και πόλου
και της γης Βασιλεύς,
ει και τάφω σμικροτάτω συγκέκλεισαι,
επεγνώσθης πάση κτίσει, Ιησού.

Σου τεθέντος τάφω,
πλαστουργέτα Χριστέ,
τα του Άδου εσαλεύθη θεμέλια,
και μνημεία ηνεώχθη των βροτών.

Ο την γην κατέχων,
τη δρακί νεκρωθείς,
σαρκικώς υπό της γης νυν συνέχεται,
τους νεκρούς λυτρών της Άδου συνοχής.


Κορυφώνεται σήμερα το θείο δράμα. Σε κάθε γωνιά της γης, η Ορθοδοξία με κατάνυξη, ευλάβεια και συντριβή, βιώνει τα πάθη του Θεανθρώπου. Οι πιστοί συρρέουν στις εκκλησίες και παρακολουθούν την τελετή της αποκαθήλωσης. Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η πιο θλιβερή μέρα τού χρόνου. Ολημερίς χτυπά η καμπάνα πένθιμη.
Η ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής είναι μια από τις πλέον χαρακτηριστικές του Εκκλησιαστικού έτους, με τις ακολουθίες της το λειτουργικό και υμνογραφικό πλούτο της. Το βράδυ, από άκρη σε άκρη της γης, οι Ελληνες, οι Ορθόδοξοι, ψάλλουν το “Ω γλυκύ μου έαρ”,καθώς το πένθος κορυφώνεται. Κρατώντας αναμμένα κεριά, ακολουθούν τις περιφορές των Επιταφίων, που είναι στολισμένοι με πολύχρωμα λουλούδια.Η συγκίνηση κορυφώνεται , όταν μετά την περιφορά το σύνολο τού εκκλησιάσματος εισέρχεται πάλι στο ναό διαβαίνοντας κάτω από τον Επιτάφιο, που στην επαρχία τον συγκρατούν ψηλά τα μόλις απολυθέντα από το στρατό παλληκάρια. Με τον τρόπον αυτό παίρνουν οι πιστοί την ευλογία που θα τους συντροφέψει μέχρι τού χρόνου. Καταβαίνουν έτσι και οι άνθρωποι, για μια στιγμή, στον τάφο τού Χριστού. Θάβονται μαζι του για να συναναστηθούν το επόμενο βράδυ.

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι μέρα απόλυτου πένθους . Σε πολλά χωριά οι χωρικοί δεν στρώνουν τραπέζι όλη μέρα παρά βάζουν στο τραπέζι ένα πιάτο με ξύδι όπου όλοι βουτούν το ψωμί και το γεύονται για να συμμεριστούν το Πάθος του Χριστού. Επειδή η Μεγάλη Παρασκευή θεωρείται η μέρα των νεκρών οι άνθρωποι ευπρεπίζουν τους τάφους γιατί πιστεύουν ότι με την Ανάσταση θα έρθουν από τον κάτω κόσμο οι νεκροί και πρέπει να βρουν τους τάφους τους περιποιημένους. Σύμφωνα με την παράδοση τη Μεγάλη Παρασκευή το ράψιμο και το κάρφωμα είναι δουλειές απαγορευμένες. Τα ρούχα που ράβονταν εκείνη την ημέρα θεωρούνταν κακότυχα καθώς πίστευαν ότι θα είχαν την τύχη των ρούχων του Χριστού.
Η Μεγάλη Παρασκευή, είναι ημέρα απόλυτης αργίας και νηστείας.
Την Μεγάλη Παρασκευή έχουμε την κορύφωση του θειου δράματος, τελείται η «Ακολουθία των Παθών» και θυμόμαστε και βιώνουμε τα Σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού μας. Δηλαδή τα πτυσίματα, τα μαστιγώματα, τις κοροϊδίες, τους εξευτελισμούς, τα κτυπήματα, το αγκάθινο στεφάνι και κυρίως την Σταύρωση και τον θάνατο του Χριστού μας.
Ο Χριστός, αφού εμπαίχθηκε και βασανίσθηκε από τον ιουδαϊκό όχλο και τους Πραιτοριανούς του Πιλάτου, πορεύεται την «Οδό του Μαρτυρίου». Στον Γολγοθά σταυρώνεται σαν κακούργος, μαζί με τους δύο ληστές. «Γολγοθά» σημαίνει «κρανίου τόπος», κατά την παράδοση του κρανίου του Πρωτοπλάστου Αδάμ, που απεικονίζεται στη βάση του Σταυρού. Και στον Σταυρό ακόμη δέχεται τον ονειδισμό των στρατιωτών. Όταν θα πει «Διψώ», θα γευτεί χολή και ξίδι. Παρακαλεί τον Ουράνιο Πατέρα Του να συγχωρήσει τους σταυρωτές Του. Συγχωρεί τον Ευγνώμονα και μετανιωμένο Ληστή, ανοίγοντάς του τις πύλες του Παραδείσου.

Την ενάτη ώρα της ημέρας λέει το «Τετέλεσται». Η θεία ψυχή Του κατεβαίνει στον Άδη. Το «πρωτευαγγέλιο», η πρώτη χαρμόσυνη υπόσχεση του Θεού στους πεσμένους Προπάτορες, αρχίζει να εκπληρώνεται. Είχε πει στον όφη ο Θεός: «Έχθραν θήσω αναμέσον σου και αναμέσον του σπέρματός σου και αναμέσον του σπέρματος αυτής (της γυναίκας). Αυτός σου τηρήσει την κεφαλήν, συ δε τηρήσεις αυτού πτέρναν». Τώρα ο διάβολος «πληγώνει την πτέρνα» του Υιού του Ανθρώπου, που θα βρεθεί στα βασίλεια του Άδη για τρεις μέρες. Κατόπιν όμως θα δεχτεί το θανάσιμο χτύπημα στην κεφαλή Του από τον Θεάνθρωπο που θα αναστηθεί. Η Εκκλησία βιώνει διαρκώς αυτήν την σταυροαναστάσιμη ατμόσφαιρα, το κλίμα της χαρμολύπης. Απ’ τη ζωηφόρο πλευρά Του ρέει αίμα και ύδωρ.

Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής και ο κρυφός μαθητής, Νικόδημος παίρνουν άδεια απ’ τον Πιλάτο και κατεβάζουν το θείο Σώμα απ’ τον Σταυρό. Το αποθέτουν, με αρώματα και μύρα, τυλιγμένο με λευκό σεντόνι, στο κενό μνημείο του Ιωσήφ, «ο ην λελατομημένον εκ πέτρας».
Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η κατ’ εξοχήν πένθιμη μέρα του έτους. Οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούν όλη τη μέρα πένθιμα (διπλοκαμπανιά). Οι σημαίες κυματίζουν μεσίστιες. Παλιότερα, στα σπίτια της αγοράς κρεμούσαν μαύρα υφάσματα στα μπαλκόνια.
Το πρωί στους ναούς γίνεται η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και αμέσως μετά ο Εσπερινός της Αποκαθήλωσης. Στο τέλος του Ευαγγελίου, ο ιερέας βγάζει τα καρφιά απ’ τον Εσταυρωμένο, κατεβάζει το Σώμα, το αποθέτει σε λευκό σεντόνι, το ραντίζει με «μύρα» (άρωμα), ευλογεί τον λαό και το τοποθετεί στην Αγ. Τράπεζα. Σε λίγη ώρα, λιτανεύει τον «αέρα» (ύφασμα) του Επιταφίου σε όλον το ναό και τοποθετεί πάνω στο ξύλινο κουβούκλιο. Ύστερα περνάνε όλοι οι Χριστιανοί να προσκυνήσουν τον επιτάφιο. Αρκετοί περνούν κάτω από το κουβούκλιο γονατιστοί, τρεις φορές σταυρωτά «για ευλογία». Στους περισσότερους ναούς το πρωί στολίζουν οι κοπέλες τον Επιτάφιο. Επίσης, η Μεγάλη Παρασκευή για τις νοικοκυρές είναι «αργία». Το μεσημεριανό φαγητό είναι χωρίς λάδι, πρόχειρο, συμμετέχοντας ενεργά στην Άκρα Ταπείνωση του Χριστού.
Σχεδόν ολόκληρη η μέρα, αφιερώνεται στην Αποκαθήλωση του Εσταυρωμένου και στην Ακολουθία του Επιταφίου. Ο λαός ζει με κατάνυξη το θείο δράμα.
ΕΓΚΩΜΙΑ
    Ἐπιτάφιος Θρνος
(γκώμια μετά του μώμου -118ου Ψαλμού του Δαβίδ)
πιτάφιος Θρνος ονομάζεται το τμήμα της Ακολουθίας του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, που κατ’ οικονομία τελείται την εσπέρα της
 Μεγάλης Παρασκευής και περιλαμβάνει την στιχολογία του Ψαλμού 118 (ΡΙΘ΄), του λεγομένου «Αμώμου», επειδή αρχίζει με τη φράση: «Μακάριοι οι άμωμοι…», και ο οποίος συμψάλλεται με αντίφωνα τα «επιτάφια» τροπάρια, τα αποκαλούμενα «εγκώμια» καταμεμημένα σε τρείς στάσεις των 75, 62 και 48 στροφών αντιστοίχως. Συνήθως όμως παραλείπεται
 η στιχολογία του Αμώμου και περιορίζεται ο αριθμός των εγκωμίων,
από τα οποία διανθίζουμε τα κατωτέρω:  
ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ χος πλ. α’.
® Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.
Μακάριοι οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, οἱ πορευόμενοι ἐν νόμῳ Κυρίου.
Τά Ἐγκώμια
® Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ / κατετέθης, Χριστέ, / καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, / συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.
Μακάριοι οἱ ἐξερευνῶντες τὰ μαρτύρια αὐτοῦ, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ἐκζητήσουσιν αὐτόν.
® Ἡ ζωὴ πῶς θνῄσκεις; / πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς; / τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ, / καὶ τοῦ ᾍδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾷς.
Οὐ γὰρ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ ἐπορεύθησαν.
® Μεγαλύνομέν σε, / Ἰησοῦ Βασιλεῦ, / καὶ τιμῶμεν τὴν ταφὴν καὶ τὰ πάθη σου, / δι’ ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.
Σὺ ἐνετείλω τὰς ἐντολάς σου, τοῦ φυλάξασθαι σφόδρα.
® Ὁ Δεσπότης πάντων, / καθορᾶται νεκρός, / καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται ,/ ὁ κενώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.
Ὄφελον κατευθυνθείησαν αἱ ὁδοί μου τοῦ φυλάξασθαι τὰ δικαιώματά σου.
® Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ / κατετέθης, Χριστέ, / καὶ θανάτῳ σου τὸν θάνατον ὤλεσας, / καὶ ἐπήγασας τῷ κόσμῳ τὴν ζωήν.
Τὰ δικαιώματά σου φυλάξω, μή με ἐγκαταλίπῃς ἕως σφόδρα.
® Ὁ ὡραῖος κάλλει, / παρὰ πάντας βροτούς, / ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται, / ὁ τὴν φύσιν ὡραΐσας τοῦ παντός.
Ἐν τίνι κατορθώσει ὁ νεώτερος τὴν ὁδὸν αὐτοῦ; ἐν τῷ φυλάσσεσθαι τοὺς λόγους σου.
® Ἰησοῦ γλυκύ μοι / καὶ σωτήριον φῶς, / τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ κατακέκρυψαι; / ὢ ἀφάτου καὶ ἀρρήτου ἀνοχῆς!
Εὐλογητὸς εἶ Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.
® Ὢ θαυμάτων ξένων! / ὢ πραγμάτων καινῶν! / Ὁ πνοῆς μοι χορηγὸς ἄπνους φέρεται, / κηδευόμενος χερσὶ τοῦ Ἰωσήφ.
Ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἔκρυψα τὰ λόγιά σου, ὅπως μὴ ἁμάρτω σοι.
® Ἐν καινῷ μνημείῳ / κατετέθης, Χριστέ, / καὶ τὴν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας, / ἀναστὰς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.
Ἐν ἐντολαῖς σου ἀδολεσχήσω καὶ κατανοήσω τὰς ὁδούς σου.
® Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, / ἵνα σώσῃς Ἀδάμ, / καὶ ἐν γῆ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον, Δέσποτα, / μέχρις ᾍδου κατελήλυθας ζητῶν.
Τὰς ὁδούς μου ἐξήγγειλα, καὶ ἐπήκουσάς μου, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.
® Συγκλονεῖται φόβῳ, / πᾶσα, Λόγε, ἡ γῆ / καὶ Φωσφόρος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, / τοῦ μεγίστου γῆ κρυβέντος σου φωτός.
Ὁδὸν δικαιωμάτων σου συνέτισόν με, καὶ ἀδολεσχήσω ἐν τοῖς θαυμασίοις σου.
® Ὡς βροτὸς μὲν θνῄσκεις, / ἑκουσίως, Σωτήρ, / ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας, / ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.
― Ὁδὸν ἀληθείας ᾑρετισάμην, καὶ τὰ κρίματά σου οὐκ ἐπελαθόμην.
® Δακρυρρόους θρήνους, / ἐπὶ σὲ ἡ Ἁγνή, / μητρικῶς ὦ Ἰησοῦ, ἐπιρραίνουσα / ἀνεβόα· πῶς κηδεύσω σε Υἱὲ;
―  Ὁδὸν ἀδικίας ἀπόστησον ἀπ’ἐμοῦ, καὶ τῷ νόμῳ σου ἐλέησόν με.
® Ἡ ζωὴ θανάτου, / γευσαμένη, Χριστός, / ἐκ θανάτου τοὺς βροτοὺς ἠλευθέρωσε, / καὶ τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τὴν ζωήν.
Νομοθέτησόν με, Κύριε, τὴν ὁδὸν τῶν δικαιωμάτων σου, καὶ ἐκζητήσω αὐτὴν διὰ παντός.
® Καθελὼν σε, Λόγε, / ἀπὸ ξύλου νεκρόν, / ἐν μνημείῳ Ἰωσὴφ νῦν κατέθετο. / Ἀλλ’ ἀνάστα σῴζων πάντας ὡς Θεός.
Κλῖνον τὴν καρδίαν μου εἰς τὰ μαρτύριά σου, καὶ μὴ εἰς πλεονεξίαν.
® Ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ, / καὶ τοὺς ζῶντας βροτούς / συνυψοῖς, ὑπὸ τὴν γῆν δὲ γενόμενος, / τοὺς κειμένους δ’ ὑπ’ αὐτὴν ἐξανιστᾷς.
 Ἀπὸστρεψον τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητα, ἐν τῇ ὁδῷ σου ζῆσόν με.
® Ὁ εὐσχήμων, Σῶτερ, / σχηματίζει φρικτῶς, / καὶ κηδεύει ὡς νεκρὸν εὐσχημόνως Σε, / καὶ θαμβεῖταί σου τὸ σχῆμα τὸ φρικτόν.
Καὶ ἔλθοι ἐπ’ ἐμὲ τὸ ἔλεός σου, κύριε, τὸ σωτήριόν σου κατὰ τὸ λόγιόν σου.
® Ὑπὸ γῆν βουλήσει, / κατελθὼν ὡς θνητός, / ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, /τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.
Καὶ ἀποκριθήσομαι τοῖς ὀνειδίζουσί με λόγον, ὅτι ἤλπισα ἐπὶ τοὺς λόγους σου.
® Κἂν νεκρὸς ὡράθης, / ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός, / νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, / τὸν ἐμὸν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.
Καὶ φυλάξω τὸν νόμον σου διὰ παντός, εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
® Προσκυνῶ τὸ πάθος, / ἀνυμνῶ τὴν ταφήν, / μεγαλύνω σου τὸ κράτος φιλάνθρωπε, / δι’ ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.
Μνήσθητι τὸν λόγον σου τῷ δούλῳ σου, ᾧ ἐπήλπισάς με.
® Ἑκουσίως, Σῶτερ, / κατελθὼν ὑπὸ γῆν, / νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, / καὶ ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.
Ψαλτὰ ἦσάν σοι τὰ δικαιώματά σου ἐν τόπῳ παροικίας μου.
® Ὁ χειρί σου πλάσας, / τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς, / δι’ αὐτὸν τῇ φύσει γέγονας ἄνθρωπος, / καὶ ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῷ.
Ἐδεήθην τοῦ προσώπου σου ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου· ἐλέησόν με κατὰ τὸ λόγιόν σου.
® Ὑπακούσας, Λόγε, / τῷ ἰδίῳ Πατρί, / μέχρις ᾍδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας, / καὶ ἀνέστησας τὸ γένος τῶν βροτῶν.
Σχοινία ἁμαρτωλῶν περιεπλάκησάν μοι, καὶ τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην.
® Οἴμοι, φῶς τοῦ Κόσμου! / οἴμοι, φῶς τὸ ἐμόν! / Ἰησοῦ μου ποθεινότατε ἔκραζεν, / ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.
Μέτοχος ἐγώ εἰμι πάντων τῶν φοβουμένων σε καὶ τῶν φυλασσόντων τὰς ἐντολάς σου.
® Ὦ Θεὲ καὶ Λόγε, / ὦ χαρὰ ἡ ἐμή, / πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον· / νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.
Χρηστότητα καὶ παιδείαν καὶ γνῶσιν δίδαξόν με, ὅτι ταῖς ἐντολαῖς σου ἐπίστευσα.
® Τίς μοι δώσει ὕδωρ, / καὶ δακρύων πηγάς, / ἡ Θεόνυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν, / ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;
Χρηστὸς εἶ σύ, Κύριε, καὶ ἐν τῇ χρηστότητί σου δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.
® Θέλων ὤφθης, Λόγε, / ἐν τῷ τάφῳ νεκρός, / ἀλλὰ ζῇς καὶ τοὺς βροτοὺς ὡς προείρηκας, / ἀναστάσει σου, Σωτήρ μου, ἐγερεῖς.
Δόξα… Τριαδικόν
Ἀνυμνοῦμεν, Λόγε, σὲ τὸν πάντων Θεόν, σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι, καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου ταφήν.
Κα νν… Θεοτοκίον
Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε ἁγνή, καὶ τιμῶμεν τὴν ταφὴν τὴν τριήμερον, τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς.
Κα πάλιν τ πρτον Τροπάριον
Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ
ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.         
                           
                                          
ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ χος πλ. α’.
® Ἄξιόν ἐστι / μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην, / τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα, / καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.
Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με, καὶ ἔπλασάν με, συνέτισόν με, καὶ μαθήσομαι τὰς ἐντολάς σου.
® Ἄξιόν ἐστι / μεγαλύνειν σε τὸν πάντων Κτίστην· / τοῖς σοῖς γὰρ παθήμασιν, ἔχομεν / τὴν ἀπάθειαν, ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς.
Οἱ φοβούμενοί σε ὄψονταί με, καὶ εὐφρανθήσονται, ὅτι εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα.
® Ἔφριξεν ἡ γῆ / καὶ ὁ ἥλιος, Σῶτερ, ἐκρύβη, / σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φέγγους, Χριστέ, / δύναντος ἐν τάφῳ σωματικῶς.
Ἔγνων, Κύριε, ὅτι δικαιοσύνη τὰ κρίματά σου, καὶ ἀληθείᾳ ἐταπείνωσάς με.
® Ῥήγνυται ναοῦ, / καταπέτασμα τῇ σῇ σταυρώσει, / κρύπτουσι φωστῆρες, Λόγε, τὸ φῶς, / Σοῦ κρυβέντος ἥλιε ὑπὸ γῆν.
Γενηθήτω δὴ τὸ ἔλεός σου τοῦ παρακαλέσαι με κατὰ τὸ λόγιόν σου τῷ δούλῳ σου.
® Θρῆνον ἱερόν, / δεῦτε ᾄσωμεν Χριστῷ θανόντι, / ὡς αἱ μυροφόροι γυναῖκες πρίν, / ἵνα καὶ τὸ χαῖρε συνακούσωμεν αὐταῖς.
Γενηθήτω ἡ καρδία μου ἄμωμος ἐν τοῖς δικαιώμασίν σου, ὅπως ἂν μὴ αἰσχυνθῶ.
® Μύρον ἀληθῶς, / Σὺ ἀκένωτον ὑπάρχεις, Λόγε· / ὅθεν Σοι καὶ μύρα προσέφερον, / ὡς νεκρῷ τῷ ζῶντι γυναίκες μυροφόροι.
Ἐκλείπει εἰς τὸ σωτήριόν σου ἡ ψυχή μου, καὶ εἰς τὸν λόγον σου ἐπήλπισα.
®  ᾍδου μὲν ταφείς, / τὰ βασίλεια, Χριστὲ, συντρίβεις, / θάνατον θανάτῳ δὲ θανατοῖς, / καὶ φθορᾶς λυτροῦσαι γηγενεῖς.
Πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου ἀλήθεια· ἀδίκως κατεδίωξάν με, βοήθησόν μοι.
® Ἔδυς ὑπὸ γῆν, / ὁ φωσφόρος τῆς διιαιοσύνης, / καὶ νεκροὺς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας, / ἐκδιώξας ἄπαν τὸ ἐν ᾍδῃ σκότος.
Κατὰ τὸ ἔλεός σου ζῆσόν με, καὶ φυλάξω τὰ μαρτύρια τοῦ στόματός σου.
® Τάφῳ Ἰωσήφ, / εὐλαβῶς σε τῷ καινῷ συγκρύπτων, / ὕμνους ἐξοδίους θεοπρεπεῖς, / τοῖς συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι, Σωτήρ.
Εἰς τὸν αἰῶνα, κύριε, ὁ λόγος σου διαμένει ἐν τῷ οὐρανῷ.
® Τέτρωμαι δεινῶς, / καὶ σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα, Λόγε, / τὴν ἄδικόν Σου βλέπουσα σφαγήν, / ἔλεγεν ἡ Πάναγνος ἐν κλαυθμῷ.
Εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἡ ἀλήθειά σου· ἐθεμελίωσας τὴν γῆν, καὶ διαμένει.
® Ὄμμα τὸ γλυκύ, / καὶ τὰ χείλη σου πῶς μύσω, Λόγε; / Πῶς νεκροπρεπῶς δὲ κηδεύσω Σε; / φρίττων ἀνεβόα Ἰωσήφ.
Εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἐπιλάθωμαι τῶν δικαιωμάτων σου, ὅτι ἐν αὐτοῖς ἔζησάς με, κύριε.
® Ὕμνους Ἰωσήφ / καὶ Νικόδημος ἐπιταφίους, / ᾄδουσι Χριστῷ νεκρωθέντι νῦν, / ᾄδει δὲ σὺν τούτοις καὶ τα Σεραφείμ.
Πάσης συντελείας εἶδον πέρας, πλατεῖα ἡ ἐντολή σου σφόδρα.
® Ἔφριξεν ὁρῶν, / Σῶτερ, ᾍδης σε τὸν ζωοδότην, / πλοῦτον τὸν ἐκείνου σκυλεύοντα / καὶ τοὺς ἀπ’ αἰῶνος ἐγείροντα νεκρούς.
Ὑπὲρ τοὺς ἐχθρούς σου ἐσόφισάς με τὴν ἐντολήν σου, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα ἐμή ἐστι.
® Μύροις σὲ Χριστέ, / ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Εὐσχήμων, / νῦν καινοπρεπῶς περιστείλαντες· / φρῖξον, ἀνεβόων, πᾶσα ἡ γῆ.
Ἐκ πάσης ὁδοῦ πονηρᾶς ἑκώλυσα τοὺς πόδας μου, ὅπως ἂν φυλάξω τοὺς λόγους σου.
® Ἴδε μαθητήν, / ὃν ἠγάπησας καὶ σὴν Μητέρα, / τέκνον καὶ φθογγὴν δὸς, γλυκύτατον, / ἔκραζε δακρύουσα ἡ Ἁγνή.
Ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου συνῆκα, διὰ τοῦτο ἐμίσησα πᾶσαν ὁδὸν ἀδικίας.
® Σὺ ὡς ὢν ζωῆς, / χορηγὸς, Λόγε, τοὺς Ἰουδαίους / ἐν σταυρῷ ταθεὶς οὐκ ἐνέκρωσας, / ἀλλ’ ἀνέστησας καὶ τούτων τοὺς νεκρούς.
Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου, καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου.
® Κάλλος Λόγε πρίν, / οὐδὲ εἶδος ἐν τῷ πάσχειν ἔσχες, / ἀλλ’ ἐξαναστὰς ὑπερέλαμψας, / καλλωπίσας τους βροτοὺς θείαις αὐγαῖς.
Ὤμοσα καὶ ἔστησα τοῦ φυλάξασθαι τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου.
® Οἶδέ σε Θεόν, / ἑκατόνταρχος κἂν ἐνεκρώθης. / Πῶς σε οὖν, Θεέ μου, ψαύσω χερσὶ; / φρίττων, ἀνεβόα Ἰωσήφ.
Ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα· κύριε, ζῆσόν με κατὰ τὸν λόγον σου.
® Ὕπνωσας μικρόν, /  καὶ ἐζώωσας τοὺς τεθνεῶτας, / καὶ ἐξαναστὰς ἐξανέστησας / τοὺς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος, Ἀγαθέ.
Ἔκλινα τὴν καρδίαν μου τοῦ ποιῆσαι τὰ δικαιώματά σου εἰς τὸν αἰῶνα δι’ ἀντάμειψιν.
® Ἤρθη σταυρωθείς, / ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας, / καὶ ὡς ἄπνους ἐν αὐτῇ νῦν προσκλίνεται, / ὃ μὴ φέρουσα ἐσείετο δεινῶς.
Βοηθός μου καὶ ἀντιλήμπτωρ μου εἶ σύ· εἰς τὸν λόγον σου ἐπήλπισα.
® Κἂν τοὺς ἐκ νεκρῶν / ἐπαισχύνθητε, ὦ Ἰουδαῖοι, / οὓς ὁ ζωοδότης ἀνέστησεν, / ὃν ὑμεῖς ἐκτείνατε φθονερῶς.
Ἀντιλαβοῦ μου κατὰ τὸ λόγιόν σου, καὶ ζήσομαι, καὶ μὴ καταισχύνῃς με ἀπὸ τῆς προσδοκίας μου.
® Ἔφριξεν ἰδών / τὸ ἀόρατον φῶς, σὲ Χριστέ μου, / μνήματι κρυπτόμενον ἄπνουν τε, / καὶ ἐσκότασεν ὁ ἥλιος τὸ φῶς.
Οἱ ὀφθαλμοί μου ἐξέλιπον εἰς τὸ σωτήριόν σου καὶ εἰς τὸ λόγιον τῆς δικαιοσύνης σου.
® Ἔκλαιε πικρῶς / ἡ πανάμωμος Μήτηρ σου, Λόγε, / ὅτε ἐν τῷ τάφῳ ἑώρακε / Σὲ τὸν ἄφραστον καὶ ἄναρχον Θεόν.
Ποίησον μετὰ τοῦ δούλου σου κατὰ τὸ ἔλεός σου καὶ τὰ δικαιώματά σου δίδαξόν με.
® ᾍδης ὁ δεινός / συνετρόμαξεν ὅτε σε εἶδεν, / ἥλιε τῆς δόξης ἀθάνατε, / καὶ ἐδίδου τοὺς δεσμίους ἐν σπουδῇ.
Δοῦλός σού εἰμι ἐγώ, συνέτισόν με, καὶ γνώσομαι τὰ μαρτύριά σου.
® Ὕμνοις σου, Χριστέ, / νῦν τὴν σταύρωσιν καὶ τὴν ταφήν τε /  ἅπαντες πιστοὶ ἐκθειάζομεν, / οἱ θανάτου λυτρωθέντες σῇ ταφῇ.
Δόξα… Τριαδικόν
Ἄναρχε Θεέ, συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα, σκῆπτρα τῶν Ἀνάκτων κραταίωσον, κατὰ πολεμίων ὡς ἀγαθός.
Κα νν… Θεοτοκίον
Τέξασα ζωήν, παναμώμητε ἁγνὴ Παρθένε, παῦσον Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα, καὶ βράβευσον εἰρήνην ὡς ἀγαθή.
Κα πάλιν τ πρτον Τροπάριον
Ἄξιόν ἐστι μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην, τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα, καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.
   
ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ χος γ’.
® Αἱ γενεαὶ πᾶσαι / ὕμνον τῇ ταφῇ σου / προσφέρουσι, Χριστέ μου.
Ἐπίβλεψον ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἐλέησόν με κατὰ τὸ κρῖμα τῶν ἀγαπώντων τὸ ὄνομά σου.
® Καθελὼν τοῦ ξύλου, / ὁ Ἀριμαθαίας / ἐν τάφῳ σε κηδεύει.
Τὰ διαβήματά μου κατεύθυνον κατὰ τὸ λόγιόν σου, καὶ μὴ κατακυριευσάτω μου πᾶσα ἀνομία.
® Δεῦρο πᾶσα κτίσις, / ὕμνους ἐξοδίους, / προσοίσωμεν τῷ Κτίστῃ.
Λύτρωσαί με ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, καὶ φυλάξω τὰς ἐντολάς σου.
® Οὓς ἔθρεψε τὸ μάννα, / ἐκίνησαν τὴν πτέρναν / κατὰ τοῦ εὐεργέτου.
Τὸ πρόσωπόν σου ἐπίφανον ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου, καὶ δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.
® Ὢ τῆς παραφροσύνης / καὶ τῆς Χριστοκτονίας, / τῆς τῶν προφητοκτόνων!
Δίκαιος εἶ, κύριε, καὶ εὐθεῖα ἡ κρίσις σου.
® Ὡς ἄφρων ὑπηρέτης, / προδέδωκεν ὁ μύστης / τὴν ἄβυσσον σοφίας.
Ἐνετείλω δικαιοσύνην τὰ μαρτύριά σου, καὶ ἀλήθειαν σφόδρα.
® Ἰωσὴφ κηδεύει, / σὺν τῷ Νικοδήμῳ, / νεκροπρεπῶς τὸν Κτίστην.
Νεώτερος ἐγώ εἰμι, καὶ ἐξουδενωμένος, τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην.
® Πεπλάνηται ὁ πλάνος, / ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται, / σοφίᾳ σῇ, Θεέ μου.
Ἡ δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ νόμος σου λήθεια.
® Ζωοδότα Σῶτερ, / δόξα σου τῷ κράτει, / τὸν ᾍδην καθελόντι.
Ἐκέκραξα ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, ἐπάκουσόν μου, Κύριε, τὰ δικαιώματά σου ἐκζητήσω.
® Ὕπτιον ὁρῶσα, / ἡ Πάναγνός σε Λόγε, / μητροπρεπῶς ἐθρήνει.
Ἐκέκραξά σοι, σῶσόν με, καὶ φυλάξω τὰ μαρτύριά σου.
® Ὧ γλυκύ μου ἔαρ, / γλυκύτατόν μου τέκνον, / ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;
Προέφθασα ἐν ἀωρίᾳ καὶ ἐκέκραξα, εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα.
® Θάνατον θανάτῳ, / σὺ θανατοῖς Θεέ μου, / θείᾳ σου δυναστείᾳ.
Τῆς φωνῆς μου ἄκουσον, κύριε, κατὰ τὸ ἔλεός σου, κατὰ τὸ κρίμα σου ζῆσόν με.
® Πεπλάνηται ὁ πλάνος, / ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται, / σοφίᾳ σῇ, Θεέ μου.
Ἐγγὺς εἶ σύ, Κύριε, καὶ πᾶσαι αἱ ὁδοί σου ἀλήθεια.
® Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ, / Θεέ μου πλαστουργέ μου, / πῶς πάθος κατεδέξω;
Κρῖνον τὴν κρίσιν μου καὶ λύτρωσαί με, διὰ τὸν λόγον σου ζῆσόν με.
® Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη, / θερμῶς δακρυρροοῦσα, / τὰ σπλάγχνα κεντουμένη.
Οἱ οἰκτιρμοί σου πολλοί, κύριε· κατὰ τὸ κρίμα σου ζῆσόν με.
® Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, / γλυκύτατόν μου τέκνον, / πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;
Πολλοὶ οἱ ἐκδιώκοντές με καὶ θλίβοντές με, ἐκ τῶν μαρτυρίων σου οὐκ ἐξέκλινα.
® Δοξάζω σου, Υἱέ μου, / τὴν ἄκραν εὐσπλαγχνίαν, / ἧς χάριν ταῦτα πάσχεις.
Ἴδε, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἠγάπησα, Κύριε, ἐν τῷ ἐλέει σου ζῆσόν με.
® Ὄξος ἐποτίσθης / καὶ χολὴν, οἰκτίρμον, / τὴν πάλαι λύων γεῦσιν.
Ἀρχὴ τῶν λόγων σου ἀλήθεια, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα πάντα τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου.
® Αἱ Μυροφόροι, Σῶτερ, / τῷ τάφω προσελθοῦσαι, / προσέφερόν σοι μύρα.
― Ἀδικίαν ἐμίσησα καὶ ἑβδελυξάμην, τὸν δὲ νόμον σου ἠγάπησα.
®Ἀνάστηθι, οἰκτίρμον, / ἡμᾶς ἐκ τῶν βαράθρων, / ἐξανιστῶν τοῦ ᾍδου.
Προσεδόκων τὸ σωτήριόν σου, Κύριε, καὶ τὰς ἐντολάς σου ἠγάπησα.
® Ἀνάστα, Ζωοδότα, / ἡ σὲ τεκοῦσα Μήτηρ, / δακρυρροοῦσα λέγει.
Ἐφύλαξεν ἡ ψυχή μου τὰ μαρτύριά σου, καὶ ἠγάπησεν αὐτὰ σφόδρα.
® Οὐράνιαι Δυνάμεις / ἐξέστησαν τῷ φόβῳ, / νεκρὸν σε καθορῶσαι.
Ἐξερεύξαιντο τὰ χείλη μου ὕμνον, ὅταν διδάξῃς με τὰ δικαιώματά σου.
® Τοῖς πόθῳ τε καὶ φόβῳ, / τὰ πάθη σου τιμῶσι, / δίδου πταισμάτων λύσιν.
Φθέγξαιτο ἡ γλῶσσά μου τὰ λόγιά σου, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου δικαιοσύνη.
® Ὧ φρικτὸν καὶ ξένον / θέαμα, Θεοῦ Λόγε! / πῶς γῆ σε συγκαλύπτει;
Ζήσεται ἡ ψυχή μου, καὶ αἰνέσει σε, καὶ τὰ κρίματά σου βοηθήσει μοι.
® Ἔρραναν τὸν τάφον / αἱ Μυροφόροι μύρα, / λίαν πρωῒ ἐλθοῦσαι.
― Ἐπλανήθην ὡς πρόβατον ἀπολωλός, ζήτησον τὸν δοῦλόν σου, ὅτι τὰς ἐντολάς σου οὐκ ἐπελαθόμην.
® Εἰρήνην Ἐκκλησία, / λαῷ σου σωτηρίαν, / δώρησαι σῇ ἐγέρσει.
Δόξα… Τριαδικόν
Ὦ Τριὰς Θεέ μου, Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα, ἐλέησον τὸν κόσμον.
Κα νν… Θεοτοκίον
Ἰδεῖν τὴν τοῦ Υἱοῦ σου Ἀνάστασιν, Παρθένε, ἀξίωσον σοὺς δούλους. 
  Θεομήτωρ θρηνδοσα γοερς: « γλυκύ μου αρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πο δυ σου τ κάλλος;» 

             Ἐγκώμια ( Στάσις Πρώτη) Ἦχος πλ. α´.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ
κατετέθης, Χριστέ,
καὶ ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.
Ἡ ζωὴ, πῶς θνῄσκεις;
πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς;
τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ,
καὶ τοῦ ᾍδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾷς.
Μεγαλύνομέν σε,
Ἰησοῦ Βασιλεῦ,
καὶ τιμῶμεν τὴν ταφὴν καὶ τὰ πάθη σου,
δι’ ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.
Ὁ Δεσπότης πάντων
 καθορᾶται νεκρός,
καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται,
ὁ κενώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.
Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ
κατετέθης, Χριστέ,
καὶ θανάτῳ σου τὸν θάνατον ὤλεσα       καὶ ἐπήγασας τῷ Κόσμῳ, τὴν ζωήν.
Ὁ ὡραῖος κάλλει,
παρὰ πάντας βροτούς,
ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται,
ὁ τὴν φύσιν ὡραΐσας τοῦ παντός.
Ἰησοῦ, γλυκύ μοι
καὶ σωτήριον φῶς,
τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ κατακέκρυψαι;
ὢ ἀφάτου, καὶ ἀρρήτου ἀνοχῆς!
Ὢ θαυμάτων ξένων!
ὢ πραγμάτων καινῶν!
Ὁ πνοῆς μοι χορηγὸς ἄπνους φέρεται, κηδευόμενος χερσὶ τοῦ Ἰωσήφ.
Ἐν καινῷ μνημείῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ τὴν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας, ἀναστὰς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.
Ἐπὶ γῆς κατῆλθες,
ἵνα σώσῃς Ἀδάμ,
καὶ ἐν γῆ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον, Δέσποτα, μέχρις ᾍδου κατελήλυθας ζητῶν.
Συγκλονεῖται φόβῳ
πᾶσα, Λόγε, ἡ γῆ,
καὶ φωσφόρος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε,  τοῦ μεγίστου γῆ κρυβέντος Σου φωτός.
Ὡς βροτὸς μὲν θνῄσκεις
ἑκουσίως, Σωτήρ,
ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας
ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.
Δακρυρρόους θρήνους,
ἐπὶ σὲ ἡ Ἁγνή
μητρικῶς, ὦ Ἰησοῦ, ἐπιρραίνουσα   ἀνεβόα· πῶς κηδεύσω σε, Υἱὲ;
ζωὴ θανάτου
γευσαμένη, Χριστός,
ἐκ θανάτου τοὺς βροτοὺς ἠλευθέρωσε   καὶ τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τὴν ζωήν.
Καθελὼν σε, Λόγε,
ἀπὸ ξύλου νεκρόν,
ἐν μνημείῳ Ἰωσὴφ νῦν κατέθετο.
Ἀλλ’ ἀνάστα σῴζων πάντας ὡς Θεός.
Ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ,
 καὶ τοὺς ζῶντας βροτούς
συνυψοῖς, ὑπὸ τὴν γῆν δὲ γενόμενος,   τοὺς κειμένους  ὑπ’ αὐτὴν ἐξανιστᾷς.
Ὁ εὐσχήμων, Σῶτερ,
σχηματίζει φρικτῶς
καὶ κηδεύει ὡς νεκρὸν εὐσχημόνως σε
καὶ θαμβεῖταί σου τὸ σχῆμα τὸ φρικτόν.
Ὑπὸ γῆν βουλήσει
κατελθὼν ὡς θνητός,
ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια
 τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας, Ἰησοῦ.
Κἂν νεκρὸς ὡράθης,
ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός,
νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας,
τὸν ἐμὸν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.
Προσκυνῶ τὸ πάθος,
ἀνυμνῶ τὴν ταφήν,
μεγαλύνω σου τὸ κράτος, φιλάνθρωπε,
δι’ ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.
Ἑκουσίως, Σῶτερ,
κατελθὼν ὑπὸ γῆν,
νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας
καὶ ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.
Ὁ χειρί σου πλάσας
 τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς,
δι’ αὐτὸν τῇ φύσει γέγονας ἄνθρωπος    καὶ ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῷ.
Ὑπακούσας, Λόγε,
τῷ ἰδίῳ Πατρί,
μέχρις ᾍδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας,   καὶ ἀνέστησας τὸ γένος τῶν βροτῶν.
Οἴμοι, φῶς τοῦ Κόσμου!
οἴμοι, φῶς τὸ ἐμόν!
 Ἰησοῦ μου ποθεινότατε, ἔκραζεν
ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.
Ὦ Θεὲ καὶ Λόγε,
ὦ χαρὰ ἡ ἐμή,
πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον.
νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.
Τίς μοι δώσει ὕδωρ
καὶ δακρύων πηγάς,
ἡ Θεόνυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν,     ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;
Θέλων ὤφθης, Λόγε,
ἐν τῷ τάφῳ νεκρός,
ἀλλὰ ζῇς καὶ τοὺς βροτοὺς ὡς προείρηκας
ἀναστάσει σου, Σωτήρ μου, ἐγερεῖς.

         Δόξα… Τριαδικόν

Ἀνυμνοῦμεν, Λόγε,
 σὲ τὸν πάντων Θεόν,
σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι,
καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου Ταφήν.

         Καὶ νῦν… Θεοτοκίον

Μακαρίζομέν σε,
Θεοτόκε ἁγνή,
 καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν τὴν τριήμερον,     τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ,
Κατετέθης, Χριστέ,
καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

            Ἐγκώμια  (ΣτάσιςΔευτέρα) Ἦχος πλ. α´.

Ἄξιόν ἐστι
μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην,
 τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα
καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.
Ἄξιόν ἐστι
μεγαλύνειν σε τὸν πάντων κτίστην·
τοῖς Σοῖς γὰρ παθήμασιν, ἔχομεν
 τὴν ἀπάθειαν, ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς.
Ἔφριξεν ἡ γῆ
καὶ ὁ ἥλιος, Σῶτερ, ἐκρύβη,
σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φέγγους, Χριστέ, δύναντος ἐν τάφῳ σωματικῶς.
Ῥήγνυται ναοῦ
καταπέτασμα τῇ Σῇ σταυρώσει, κρύπτουσι φωστῆρες, Λόγε ,τὸ φῶς,
Σοῦ κρυβέντος ἥλιε ὑπὸ γῆν.
Θρῆνον ἱερόν
δεῦτε ᾄσωμεν Χριστῷ θανόντι,
ὡς αἱ μυροφόροι γυναῖκες πρίν,
ἵνα καὶ τὸ χαῖρε συνακούσωμεν αὐταῖς.
Μύρον ἀληθῶς,
σὺ ἀκένωτον ὑπάρχεις, Λόγε·
ὅθεν Σοι καὶ μύρα προσέφερον,
ὡς νεκρῷ τῷ ζῶντι γυναίκες μυροφόροι.
ᾍδου μὲν ταφείς,
τὰ βασίλεια, Χριστὲ, συντρίβεις,
θάνατον θανάτῳ δὲ θανατοῖς
καὶ φθορᾶς λυτροῦσαι γηγενεῖς.
Ἔδυς ὑπὸ γῆν
ὁ φωσφόρος τῆς διιαιοσύνης
 καὶ νεκροὺς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας,
ἐκδιώξας ἄπαν τὸ ἐν ᾍδῃ σκότος.
Τάφῳ Ἰωσήφ,
εὐλαβῶς Σε τῷ καινῷ συγκρύπτων, ὕμνους ἐξοδίους θεοπρεπεῖς,
τοῖς συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι, Σωτήρ.
Τέτρωμαι δεινῶς
καὶ σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα, Λόγε,
τὴν ἄδικόν Σου βλέπουσα σφαγήν,
ἔλεγεν ἡ Πάναγνος ἐν κλαυθμῷ.
Ὄμμα τὸ γλυκύ
καὶ τὰ χείλη σου πῶς μύσω, Λόγε;
πῶς νεκροπρεπῶς δὲ κηδεύσω Σε; φρίττων ἀνεβόα  Ἰωσήφ.
Ὕμνους Ἰωσήφ
καὶ Νικόδημος ἐπιταφίους
ᾄδουσι Χριστῷ νεκρωθέντι νῦν,
ᾄδει δὲ σὺν τούτοις καὶ τα Σεραφείμ.
Ἔφριξεν ὁρῶν,
Σῶτερ, ᾍδης σε τὸν ζωοδότην,
πλοῦτον τὸν ἐκείνου σκυλεύοντα,
καὶ τοὺς ἀπ’αἰῶνος νεκρούς ἐξανιστῶντα.
Μύροις σὲ Χριστέ,
ὁ Νικόδημος καὶ ὁ εὐσχήμων,
νῦν καινοπρεπῶς περιστείλαντες·  φρῖξον, ἀνεβόων, πᾶσα ἡ γῆ.
Ἴδε μαθητήν,
ὃν ἠγάπησας καὶ σὴν Μητέρα,
τέκνον καὶ φθογγὴν δὸς, γλυκύτατον, ἔκραζε δακρύουσα ἡ Ἁγνή.
Σὺ ὡς ὢν ζωῆς
χορηγὸς, Λόγε, τοὺς Ἰουδαίους,
ἐν σταυρῷ ταθεὶς οὐκ ἐνέκρωσας,
ἀλλ’ἀνέστησας καὶ τούτων τοὺς νεκρούς.
Κάλλος, Λόγε, πρίν,
οὐδὲ εἶδος ἐν τῷ πάσχειν ἔσχες,
ἀλλ’ ἐξαναστὰς ὑπερέλαμψας, καλλωπίσας τους βροτοὺς θείαις αὐγαῖς.
Οἶδέ σε Θεόν,
ἑκατόνταρχος κἂν ἐνεκρώθης·
Πῶς σε οὖν, Θεέ μου, ψαύσω χερσὶ; φρίττων, ἀνεβόα  Ἰωσήφ.
Ὕπνωσας μικρόν
καὶ ἐζώωσας τοὺς τεθνεῶτας
 καὶ ἐξαναστὰς ἐξανέστησας
τοὺς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος, Ἀγαθέ.
Ἤρθη σταυρωθείς,
ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας,
καὶ ὡς ἄπνους ἐν αὐτῇ νῦν προσκλίνεται,
 ὃ μὴ φέρουσα ἐσείετο δεινῶς.
Κἂν τοὺς ἐκ νεκρῶν
ἐπαισχύνθητε, ὦ Ἰουδαῖοι,
 οὓς ὁ ζωοδότης ἀνέστησεν,
ὃν ὑμεῖς ἐκτείνατε φθονερῶς
Ἔφριξεν ἰδών
τὸ ἀόρατον φῶς, σὲ Χριστέ μου,
μνήματι κρυπτόμενον ἄπνουν τε,
 καὶ ἐσκότασεν ὁ ἥλιος τὸ φῶς.
Ἔκλαιε πικρῶς
ἡ πανάμωμος Μήτηρ σου, Λόγε,
ὅτε ἐν τῷ τάφῳ ἑώρακε
σὲ τὸν ἄφραστον καὶ ἄναρχον Θεόν.
ᾍδης ὁ δεινός
 συνετρόμαξεν ὅτε σε εἶδεν,
 ἥλιε τῆς δόξης ἀθάνατε,
καὶ ἐδίδου τοὺς δεσμίους ἐν σπουδῇ.
Ὕμνοις σου, Χριστέ,
νῦν τὴν σταύρωσιν καὶ τὴν ταφήν τε, ἅπαντες πιστοὶ ἐκθειάζομεν,
οἱ θανάτου λυτρωθέντες σῇ ταφῇ.

Δόξα… Τριαδικόν

Ἄναρχε Θεέ,
συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα,

σκῆπτρα τῶν Ἀνάκτων κραταίωσον,   κατὰ πολεμίων ὡς ἀγαθός.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον

Τέξασα ζωήν,
 παναμώμητε ἁγνὴ Παρθένε,
παῦσον Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα
καὶ βράβευσον εἰρήνην ὡς ἀγαθή.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον

Ἄξιόν ἐστι
μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην,
τὸν ἐν τῷ σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα,
καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

                 Ἐγκώμια  (Στάσις Τρίτη) Ἦχος γ΄.

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι
ὕμνον τῇ ταφῇ σου
προσφέρουσι, Χριστέ μου.
Καθελὼν τοῦ ξύλου,
ὁ Ἀριμαθαίας
ἐν τάφῳ σε κηδεύει.
Δεῦρο πᾶσα κτίσις,
ὕμνους ἐξοδίους
προσοίσωμεν τῷ Κτίστῃ.
Οὓς ἔθρεψε τὸ μάννα,
ἐκίνησαν τὴν πτέρναν
κατὰ τοῦ εὐεργέτου.
Ὢ τῆς παραφροσύνης
καὶ τῆς Χριστοκτονίας,
τῆς τῶν προφητοκτόνων!
Ὡς ἄφρων ὑπηρέτης,
προδέδωκεν ὁ μύστης
τὴν ἄβυσσον σοφίας.
Ἰωσὴφ κηδεύει,
σὺν τῷ Νικοδήμῳ,
νεκροπρεπῶς τὸν Κτίστην.
Ζωοδότα Σῶτερ,
 δόξα σου τῷ κράτει,
τὸν ᾍδην καθελόντι.
Ὕπτιον ὁρῶσα,
ἡ Πάναγνός σε, Λόγε,
 μητροπρεπῶς ἐθρήνει.
Ὧ γλυκύ μου ἔαρ,
 γλυκύτατόν μου τέκνον,
 ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;
Θάνατον θανάτῳ,
σὺ θανατοῖς, Θεέ μου,
θείᾳ σου δυναστείᾳ.
Πεπλάνηται ὁ πλάνος,
 ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται,
σοφίᾳ σῇ, Θεέ μου.
Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ,
Θεέ μου πλαστουργέ μου,
πῶς πάθος κατεδέξω;
Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη,
 θερμῶς δακρυρροοῦσα,
τὰ σπλάγχνα κεντουμένη.
Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;
Δοξάζω σου, Υἱέ μου,
τὴν ἄκραν εὐσπλαγχνίαν,
ἧς χάριν ταῦτα πάσχεις.
Ὄξος ἐποτίσθης
 καὶ χολὴν, οἰκτίρμον,
τὴν πάλαι λύων γεῦσιν.
Αἱ Μυροφόροι, Σῶτερ,
 τῷ τάφω προσελθοῦσαι,
προσέφερόν σοι μύρα.
Ἀνάστηθι, οἰκτίρμον,
 ἡμᾶς ἐκ τῶν βαράθρων
 ἐξανιστῶν τοῦ ᾍδου.
Ἀνάστα, Ζωοδότα,
ἡ σὲ τεκοῦσα μήτηρ,
δακρυρροοῦσα λέγει.
Οὐράνιαι Δυνάμεις
ἐξέστησαν τῷ φόβῳ,
νεκρὸν σε καθορῶσαι.
Τοῖς πόθῳ τε καὶ φόβῳ,
τὰ πάθη σου τιμῶσι,
δίδου πταισμάτων λύσιν.
Ὧ φρικτὸν καὶ ξένον
θέαμα, Θεοῦ Λόγε!
 πῶς γῆ σε συγκαλύπτει;
Ἔρραναν τὸν τάφον
αἱ Μυροφόροι μύρα,
 λίαν πρωῒ ἐλθοῦσαι. (τρίς)
Εἰρήνην Ἐκκλησία,
λαῷ σου σωτηρίαν,
δώρησαι σῇ Ἐγέρσει.

Δόξα… Τριαδικόν

Τριὰς, Θεέ μου,
Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα,
 ἐλέησον τὸν Κόσμον.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον

Ἰδεῖν τὴν τοῦ Υἱοῦ σου
 Ἀνάστασιν, Παρθένε,
ἀξίωσον σοὺς δούλους.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι
ὕμνον τῇ ταφῇ σου
προσφέρουσι, Χριστέ μου.

Advertisements
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.