Σημίτης (και άλλοι)…απέχοντες


Νικολαϊδης ΘανάσηςΤου ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

ΒΙΑΣΤΗΚΕ να αποικοδομήσει το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου. Με τον τρόπο που σκέφτεται, με τους «δικούς του» και με την…αρρώστια του Ανδρέα. Τους οργάνωσε ο κ. Σημίτης. Κάλεσε τους πιο πιστούς σε δείπνο μυστικό (Πάγκαλο, Βάσω, Αυγερινό), άρπαξαν το Κόμμα και μοίρασαν…υπουργεία.

ΑΡΑ, είχε την αγωνία του (διάβαζε πρεμούρα για να κυβερνήσει) ο κ. Σημίτης για το (προηγούμενο) ΠΑΣΟΚ και προσφέρθηκε να το…καλυτερέψει. Με τους συγχρονιστές του, κρατώντας για πάρτη του το πρωθυπουργηλίκι. Και διαχειρίστηκε κοινοτικό χρήμα με ουρά, μας χαμογέλασε κρατώντας τα πρώτα ευρωπαϊκά χαρτονομίσματα, (προ)ετοίμασε τους «Ολυμπιακούς» και…γεια χαρά. Αφού παρέδωσε στον επόμενο Παπανδρέου το Κόμμα και την βραδυφλεγή…βόμβα (σε σχήμα δακτυλιδιού). Την πήρε ο κ. Καραμανλής (επανιδρυτής του Κράτους των…κουμπάρων), την κράτησε στα χέρια με τη φούρια του να φύγει και την παρέδωσε επειγόντως και χέρι-χέρι στον επόμενο (Παπανδρέου). Έσκασε στα χέρια του τελευταίου, που «φορτώθηκε» τους προηγούμενους. Για να λοιδορείται σήμερα…παγκοσμίως και είναι (εν μέρει) άδικο.

ΞΑΝΑΠΑΜΕ στον κ. Σημίτη και την…κρίση. Δεν την έζησε, δεν τον άγγιξε. Αν τον άγγιζε, θα’ χε βγει απ’ την κρύπτη του. Θα παραμέριζε τους φρουρούς του και θα στηνόταν στις κάμερες.

-Τι συμβαίνει, παιδιά;

-Περνάμε κρίση, Πρόεδρε.

Θα ‘δινε εξηγήσεις, θα αναλάμβανε τις ευθύνες του αναλογούν, θα ‘δινε κουράγιο στους πενόμενους έλληνες. Δεν το’ κανε και του χρεώνουμε την αποχή στις δύσκολες ώρες θυμίζοντας την πρεμούρα του να κυβερνήσει επί παχιών αγελάδων (με δανεικά).

ΤΟ σημερινό ΠΑΣΟΚ του κ. Βενιζέλου αγωνίζεται να σταθεί στα πόδια του. Με του εκσυγχρονισμού τα βάρη στην πλάτη και με τον κ. Σημίτη να το(ν)…σνομπάρει. Τότε, βιάζονταν να το σώσει. Σήμερα δεν του καίγεται καρφί. Σαν ξένο σώμα το ΠΑΣΟΚ, άγνωστοι οι «συναγωνιστές» του.

ΑΡΝΕΙΤΑΙ να συμπράξει και απέχει από τα προκαταρκτικά του Συνεδρίου ο κ. Σημίτης. Κρύβει τις μύχιες σκέψεις του. Για την (συν)κυβέρνηση και το αύριο της Ελλάδας που κυβέρνησε σε καλές στιγμές. Το ίδιο και ο (εξαφανισμένος) Γιώργος Παπανδρέου, ο «σεμνός και ταπεινός» Καραμανλής με τους Αλογοσκούφηδες και τους Χριστοφοράκους του.

ΔΕΝ γίνεται έτσι δουλειά, κ.κ. τέως και πρώην Πρωθυπουργοί. Βγείτε στο «γυαλί» και δεν θα τσακωθούμε. Ούτε θα σας «δικάσουμε». Αυτά είναι δουλειά της ιστορίας. Και των ελλήνων που δείχνουν να ξεχνούν, αλλά δεν λησμονούν.

Διαφημίσεις
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Μία ἀπάντηση στὸ Σημίτης (και άλλοι)…απέχοντες

  1. Ὁ/ἡ ΙΠΑΓΡΕΤΗΣ γράφει:

    Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

    Φωτεινὸς

    [Επεξεργασία]Ἆσμα Πρῶτον – ὁ Ζευγολάτης

    – Πάρ᾿ ἕνα σβῶλο, Μῆτρο,
    καὶ διῶξ᾿ ἐκεῖνα τὰ σκυλιά, ποὺ μοῦ χαλοῦν τὸ φύτρο.
    Ὁ χερουλάτης ἔφαγε τ᾿ ἄχαρα δάχτυλά μου
    καὶ στὴν ἀλετροπόδα μου ἐλυῶσαν τὰ ἥπατά μου.
    Δυὸ μῆνες ἔρρεψα ἐδεδῶ, ἐσάπισα στὴ νώπη
    μ᾿ ἀρρώστια, μὲ γεράματα! Βάσανα, νήστεια, κόποι
    γι᾿ αὐτὸ τὸ ἔρμο τὸ ψωμί! Καὶ τώρα ποὺ προβαίνει
    σγουρό, χολάτο ἀπὸ τὴ γῆ, ποὺ πρὶν τὸ φᾶν χορταίνει
    τὰ λιμασμένα μου παιδιά, νὰ τὸ πατοῦν ἐμπρός μου
    μὲ τόση ἀπίστευτη ἀπονιὰ οἱ δυνατοὶ τοῦ κόσμου!…
    Ἐξέχασες καὶ δὲ μ᾿ ἀκοῦς;… ἐσένα κράζω, Μῆτρο,
    διῶξε, σοῦ λέγω, τὰ σκυλιά, ποὺ μοῦ χαλοῦν τὸ φύτρο…

    – Εἶναι τοῦ Ρήγα, δὲν κοτῶ… Γιὰ κύτταξ᾿ ἐκεῖ πέρα
    νὰ ἰδῇς· τί θρῶς ποὺ γίνεται, τί χλαλοή, πατέρα!

    – Τί Ρήγας, τί Ρηγόπουλα! εἶν᾿ ὁ καινούριος κύρης,
    ποὺ πλάκωσε μὲ ξένο βιὸ νὰ γένῃ νοικοκύρης.
    Παληόφραγκοι, ποὺ πέφτουνε σὰν ὄρνια στὰ ψοφίμια,
    ἐκεῖνοι πάντα κυνηγοὶ καὶ πάντα ἐμεῖς ἀγρίμια.
    Καὶ σὺ τοὺς τρέμεις, βούβαλε! Παιδὶ μὲς στὴ φωτιά σου,
    ποὺ τρίβεις στουρναρόπετρα μ᾿ αὐτὰ τὰ δάχτυλά σου,
    πὤχεις τετράδιπλα νεφρὰ καὶ ριζιμιὸ στὰ στήθια,
    τοὺς βλέπεις καὶ σὲ σκιάζουνε! Ὁ δοῦλος, εἶν᾿ ἀλήθεια,
    λίπο ποτάζει μοναχά, ψυχὴ κ᾿ αἷμα δὲν ἔχει.

    […]

    Ὁλόρθος μένει ὁ γέροντας, θολὸς στὸ πάτημά του,
    καὶ καρτερεῖ τὸ σίφουνα, ποὺ μούγκριζ᾿ ἐμπροστά μου.
    Κάτασπρο τὸ κεφάλι του, πυκνό, μακρὺ τὸ γένι
    στὰ λιοκαμμένα στήθια του ἀφράτο καταιβαίνει
    σὰν ἀνθισμένη ἀγράμπελη, ποὺ πέφτει ἀπὸ κοτρώνι·
    τοῦ χρόνου τ᾿ ἄσπλαγχνο γενὶ καὶ τῆς σκλαβιᾶς οἱ πόνοι
    τὸ μέτωπό του αὐλάκωσαν, τοῦ τὦχαν κατακόψει.
    Ὁ ἥλιος τοῦ φθινόπωρου τοῦ ρόδιζε τὴν ὄψη
    ἐτύλλωνε τὴ φλέβα του, τοῦ πύρωνε τὰ χείλη
    σὰν κάποιος νὰ ξεφτύλιζε, ν᾿ ἄναβε τὸ καντήλι
    τῆς συντριμμένης του ζωῆς κ᾿ ἔρριχνε στὴν καρδιά του
    τῆς νιότης ὅλον τὸν θυμὸ καὶ τὰ παληὰ ὄνειρά του.
    Ξένος ζυγὸς δὲν ἔγυρε τοῦ Φωτεινοῦ τὴν πλάτη.
    Γι᾿ αὐτόν, γιὰ τοὺς συντρόφους του, τὰ Σταυρωτὰ κ᾿ ἡ Ἐλάτη
    ἦσαν λημέρια ἀπάτητα κ᾿ ἐκεῖθ᾿ ἐρροβολοῦσαν
    καὶ κάθ᾿ ἐχτρό, ποὺ φύτρωνε, τὴν νύχτα ἐπελεκοῦσαν.
    Τὸ ρέμμα τοῦ Σαρακηνοῦ, τ᾿ ἄγριο Δημοσάρι
    χίλιες φορὲς τὸ χόρτασε μὲ φράγκικο κουφάρι
    κ᾿ ἦταν σωρὸ τὰ κόκκαλα, ποὺ στὴν Κουφὴ Λαγκάδα
    καὶ στὴ Νεράιδα ἀσπρίζουνε γυμνὰ στὴν πρασινάδα.
    Μόνος ἀκόμ᾿ ἀπόμενε. Τὸ Γήταυρο, τὸν Πάλα,
    τὸ Διγενῆ, τὸ Ρουπακιά, τοὺς ἔφαγε ἡ κρεμάλα,
    κι ἄλλους ἐσύντριψε ὁ τροχός. Μιὰ μέρα στὸ χορτάρι
    μ᾿ ἕναν παληὸν παληκαρᾶ, τὸ γέρο τὸ Θειοχάρη,
    ἐτρῶγαν ἕνα λιάνωμα κ᾿ ἐρώτησε τὴν πλάτη.
    Κανεὶς ποτὲ δὲν ἔμαθε τί ξάνοιξε τὸ μάτι
    πάνου σ᾿ αὐτὸ τὸ κόκκαλο, κ᾿ εὐθὺς τοῦ λέει: – «Πατέρα,
    μοῦ δίνεις τὴν Ἀργύρω σου;» – τὴν εἶχε θυγατέρα
    ὁ προεστὸς μονάκριβη καὶ πολυγυρεμμένη.
    «Νά ῾ναι, παιδί μου, ὥρα καλὴ καὶ τρισευλογημένη!»

    Καὶ τὤδωσε τὸ χέρι του καὶ τὴν εὐχή του ὁ γέρος.
    Ἀπὸ τὰ τότε ἡμέρεψε. Εἶχεν ἀρχίσει ὁ θέρος
    κ᾿ ἐζήλεψε χερόβολα κι ἀθεμωνιὲς κι ἁλώνι.
    Εἶδε οἱ καιροὶ πού ῾σαν κακοί, φαρμακεμέν᾿ οἱ χρόνοι,
    ὁλόγυρά του συγνεφιά… Χίλιων λογιῶν θερία
    ἐξέσχισαν τὸ γένος του καὶ παντοχὴ καμμία.
    Συντρίμματα καὶ χαλασμοί. Γαῦρα παντοῦ καὶ λύσσα!
    Κανένα γλυκοχάραμμα, νύχτα, σκοτάδι πίσσα.
    Ἀρνήθηκε τὴν κλεφτουριά, τὰ φλογερὰ ὄνειρά της
    κ᾿ ἔγινε ζευγολάτης.

    Κι ὁ καταρράχτης τοῦ βουνοῦ ἀντὶ μὲ τ᾿ ἅρματά του
    πέτεται μὲ τὰ σύνεργα, μὲ τὰ καματερά του.
    Ἤθελε βόιδια κάτασπρα, μεγάλα, τραχηλάτα,
    νά ῾ναι στεφανοκέρατα, κοντόσφαγα, κοιλάτα.
    Τ᾿ ἀλέτρι σύμμετρο, βαρύ. Τὰ ξύλα του κομμένα
    πάντα, σὲ χάση φεγγαριοῦ, δὲν εἴχανε κανένα
    ποτέ τους ρόζο ἢ σκεύρωμα. Ἤθελ᾿ ἀπὸ πρινάρι
    τὸ χερουλάτη, τὰ φτερά, τὸν κέρο, τὸ σταβάρι·
    ζυγὸ καὶ σπάθη ἀπὸ φτελιά. K᾿ ἤθελ᾿ ἀπὸ ἀγριλίδα
    νά ῾ναι χυτὲς οἱ ζεῦλες του. Μόνο ψωμί του, ἐλπίδα
    ἤτανε τὸ ζευγάρι του. Μόνη κυρά του ἀφέντρα
    στα χέρια του ἡ βουκέντρα.

    Γέροντα τὸν ἐλάτρευε πάντα κρυφὰ ἡ Λευκάδα,
    τὸν εἶχε πολεμάρχο της, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀχνάδα
    ξένος κανεὶς τοῦ μυστικοῦ. Κι ὅταν ὁ ζευγολάτης
    μέσα σε κόσμο ἐπρόβαινε, μεριάζαν τὰ παιδιά της
    κ᾿ ἐπροσκυνοῦσαν ξήσκεπα, τὸν εἶχε βασιλιά του
    φτωχός, πανόρφανος λαὸς καὶ τ᾿ ἄσπρα τὰ μαλλιά του
    στὸ μέτωπό του ἐλάμπανε τὸ βαρυπληγωμένο
    ὡσὰν κορώνα ἀτίμητη, σὰ φλάμπουρο ὑψωμένο.
    Πάνου σ᾿ αὐτὸ τὸ εἴδωλο, σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀσπρομάλλη
    ἀκράτητη ὅλ᾿ ἡ φράγκικη ὁρμοῦσε ἀνεμοζάλη
    κ᾿ ἐκεῖνος μένει ἀσάλευτος σὰ βράχος ποὺ προσμένει
    στὰ στήθια του τὰ ὁλόγυμνά τη θάλασσα ὠργισμένη.
    […]

    – K᾿ ἐγώ, σκουλήκι ἀγνώριστο, ὁ Τζώρτζης ὁ Γρατζιάνος,
    ἀφέντης σου παντοτινός, τύραγνος, ἄρχοντάς σου.
    Αὐτὸ τὸ χῶμα, ποὺ πατῶ, οἱ πέτρες, τὰ νερά σου,
    ἥμερο κι ἄγριο κλαρί, τ᾿ ἀγέρι σου, ἡ ψυχή σου,
    τὰ ζωντανά σου, τὰ παιδιά, τὸ αἷμα σου, ἡ τιμή σου,
    ὅλα δικά μου, μάθε το. Βουνοῦ καὶ λόγγου ἀγρίμι
    εἴτ᾿ ἔχει τρίχα, εἴτε φτερό, σιχαμερὸ ψοφήμι,
    τὸ διαβατάρικο πουλὶ σ᾿ ἐμὲ μονάχ᾿ ἀνήκει
    κι ἀξίζει τὸ κεφάλι σου λαγόπουλο ἢ περδίκι.
    Γι᾿ αὐτ᾿ ὅθε θέλω θὰ περνῶ κ᾿ ἐγὼ καὶ τὰ σκυλιά μου,
    τίποτε δὲν ὁρίζετε κ᾿ εἶναι κι αὐτὴ σπορά μου.
    Κι οὔτ᾿ ἄλλη τύχη ἀξίζετε. Γενιὰ καταραμένη,
    δειλή, κακογεράματη, στὸν κόσμο ἀκόμα μένει
    γιὰ νὰ πομπεύῃ τὤνομα καὶ τὴν κληρονομιά της!

    Καὶ στὰ στερνὰ τὰ λόγια του ἔνοιωσε ὁ ζευγολάτης
    ὅτι ἕνα δάκρυ ἐνότιζε τ᾿ ἀσπράδι τοῦ ματιοῦ του
    κι ὁλόρθες ἀναδεύοντο οἱ τρίχες τοῦ κορμιοῦ του.

    – Ἂν ἐξεράθη τὸ κλαρί, πάντα χλωρὴ εἶν᾿ ἡ ρίζα
    καὶ μένει πάντα ζωντανὸ ἢ ρόδι φάγ᾿ ἡ βρίζα
    αὐτὸ τὸ βόιδι τὸ μανό, π᾿ ὅσο βαθειὰ ρουχνίζει
    τόσο εὔκολα μυγιάζεται κι ἀνεμοστροβιλίζει
    καὶ ποὺ τὸ κράζουνε Λαό. Θὰ σπάσῃ τὸ καρίκι
    καὶ θὰ προβάλῃ μὲ φτερὰ μία μέρα τὸ σκουλήκι.
    Τότε, πουλὶ τὸ σερπετό, ποιὸς ξέρει ποὺ θὰ φτάσῃ!…

    – Δεῖξε μου αὐτὸ τὸ λείψανο, ποὺ θὰ βρυκολακιάσῃ.
    – Ἐγώ… ὁ φτωχός, ὁ Φωτεινός, ὁ γέρος, ὁ ξεσκλιάρης,
    ποὺ ρίχνω ἐδῶ τὸ σπόρο μου γιὰ νὰ μοῦ τόνε πάρῃς,
    ἐγώ, ποὺ μὲ τὸν ἵδρωτα τὰ χώματα ζυμώνω
    γιὰ νὰ τρώγῃ ἄλλος τὸ ψωμί, ποὺ τρέχω καὶ κεντρώνω
    τὴν ἀγριλίδα τοῦ βουνοῦ καὶ ποὺ δὲν ἔχω λάδι
    ν᾿ ἀνάφτω τὸ καντῆλι μου καὶ ζῶ μέσα στὸν ᾅδη·
    ἐγώ, ποὺ μὲ τὰ νύχια μου ἀναποδογυρίζω
    τὸ λόγγο καὶ τὰ ριζιμιά, γιὰ νὰ σᾶς τὰ στολίσω
    μὲ κλήματα, ποὺ δὲν τρυγῶ καὶ ποὺ ποτὲ δὲν ἔχω
    λίγο κρασὶ κεφαλιακό, τὴ γλῶσσα μου νὰ βρέχω·
    ἐγ᾿ ὁ φτωχὸς ὁ μυλωνᾶς, ποὺ ζῶ σ᾿ αἰώνια ζάλη
    καὶ παίρνω κέρδος, πληρωμή, προσφάγι τὴν πασπάλη,
    ποὺ δὲν ὁρίζω τὸ παιδί, ποὺ πάντα ζῶ μὲ τρόμο
    καὶ ποὺ δὲν βρίσκω ἐδῶ στὴ γῆ γιὰ νὰ μὲ κρίνῃ νόμο·
    αὐτός, αὐτὸς εἶν᾿ ὁ Λαός. Τ᾿ ἄψυχο τὸ κουφάρι
    αὐτό ῾ναι τὸ καματερό, τὸ ψόφιο τὸ κριάρι…
    Μὴ ρίξῃς ἄλλο φόρτωμα στὴν ἔρμη του τὴν πλάτη…

    – Συμμάζωξε τὴ γλῶσσα σου τὴ φιδινή, χωριάτη,
    μὴ μοῦ ξανάφτης τὴ χολή. Γονάτισε ἐμπροστά μου
    καὶ ζήτησε συγχώρεση γιὰ τὰ λαγωνικά μου…
    Δὲ θές, ἀντάρτη, δὲν ἀκοῦς;…

    – Kαλύτερα τὸ βρόχο
    παρὰ τὰ γόνατα στὴ γῆ… Ἄρα-κατάρα τὤχω…
    Θά ῾φιναν λάκκωμα βαθὺ καὶ θά ῾ταν μέγα κρῖμα,
    τιμὴ νὰ θάψω κι ὄνομα μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ μνῆμα.

    Μοῦ ἀρέσει

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.