Απελλής, ο διασημότερος ζωγράφος της αρχαιότητας ,πρότυπο των μετέπειτα γενεών.


Apelles

ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Σύμφωνα με τον Πλίνιο, ο Απελλής ως καλλιτέχνης άκμασε κατά την περίοδο της 112ης Ολυμπιάδος δηλαδή μεταξύ του 332 και του 329 π.Χ. Η συνεργασία του με τον Πτολεμαίο Α’ της Αιγύπτου υποδηλώνει πως υπήρξε ενεργός τουλάχιστον μέχρι το -305, όταν ο Πτολεμαίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς. Εκτιμάται ότι έζησε από το 352 έως το 300 π.Χ.  περίπου. 

Καταγόταν ή από την ιωνική πόλη Κολοφώνα βόρεια της Εφέσου ή από την νήσο Κω.  Ο Απελλής υπήρξε αρχικά μαθητής του Εφόρου του Εφέσιου. Καθιερωμένος ήδη ζωγράφος έρχεται στη Σικυώνα. Σπουδάζει για 12 έτη στη Σικυώνια Σχολή Ζωγραφικής με δάσκαλο τον Πάμφιλο στον οποίο έδινε ένα τάλαντο το χρόνο.

Λέγεται ότι μαθήτευσε και πλησίον του ζωγράφου Αμφιπολίτη. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Σικυώνα, συνεργάζεται με τον ζωγράφο Μελάνθιο για την κατασκευή της εικόνας του τύραννου Αρίστρατου. Την πληροφορία αυτή μας τη δίνει ο περιηγητής Πολέμων (αποσπάσματα: Πλούταρχος, Βίος Αράτου, παρ. 13 και Πλίνιος, Φυσική Ιστορία, βιβλίο 35, παρ. 123).

Στη Σικυώνα τον βρήκε ο Μέγας Αλέξανδρος και μαζί με τον Λύσιππο τους πήρε στη μακεδονική βασιλική αυλή. Ο Απελλής εργάστηκε σαν ζωγράφος στο περιβάλλον του Φιλίππου Β’ και του Αλεξάνδρου, φιλοτεχνώντας αρκετές προσωπογραφίες τους. Όπως αναφέρει

ο Πλίνιος, ο Μέγας Αλέξανδρος εκτιμούσε ιδιαίτερα τις ικανότητές του. Για το λόγο αυτό, ο Μέγας Αλέξανδρος είχε απαγορεύσει να τον ζωγραφίζει άλλος εκτός από τον Απελλή (Πλίνιος, Φυσική Ιστορία, βιβλίο 35, παρ. 85). Σημειώνεται ότι ο Απελλής ακολούθησε τον Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στην Ασία μέχρι την Έφεσο. Τα έργα του, πολλοί δηλώνουν  ότι έχουν τον συνδυασμό της Δωρικής  ακρίβειας με την Ιωνική κομψότητα.

Τζιοβάνι Μπατίστα Τιέπολο:  “Ο Μ. Αλέξανδρος και η Καμπάσπη ή Πανκάστη στην Αττική διάλεκτο, στο εργαστήριο του Απελλή” (1740 )Μία από τις τρεις αποδώσεις του με αυτό το θέμα

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος
Στην πραγματικότητα, ο Απελλής κατείχε επίσης μεγάλη ευγένεια των ηθών, η οποία τον έκανε πιο ευχάριστο και για τον Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος  τον επισκέπτεται συχνά το στούντιο του – γιατί, όπως έχουμε πει, ο Αλέξανδρος είχε δημοσιεύσει ένα διάταγμα που απαγορεύει σε κάθε άλλο καλλιτέχνη να ζωγραφίσει το πορτρέτο του, αλλά στο στούντιο ο Αλέξανδρος μιλούσε  πολύ για τη ζωγραφική χωρίς καμία πραγματική γνώση της και Απελλής τον συμβούλευα ευγενικά να ρίξει τους τόνους για το θέμα, λέγοντας ότι τα αγόρια που ασχολούνται με την άλεση των χρωμάτων εκεί στο εργαστήριο γελούσαν μαζί του…! Τόση δύναμη ασκούσε πάνω σε έναν τέτοιο  βασιλιά, που κατά τα άλλα ήταν οξύθυμος .

 

 Η Καμπάσπη

 

Όταν ήταν στη μακεδονική αυλή ζωγράφισε την ερωμένη του Αλεξάνδρου ,Καμπάσπη την οποία όμως ο Απελλής ερωτεύθηκε. Ο πίνακας που έφτιαξε ,εντυπωσίασε τόσο τον Μέγα Αλέξανδρο ώστε αργότερα παραχώρησε την Καμπάσπη στον Απελλή.

Άλλα σπουδαία έργα του Απελλή είναι: «Αλέξανδρος Κεραυνοφόρος» στον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο για τον οποίο αμείφθηκε με το υπέρογκο ποσό των 20 χρυσών ταλάντων (Πλίνιος, βιβλίο 35, παρ. 92). Ο Πλούταρχος στο “Περί Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής”, λέγει πως “εκ των Αλεξάνδρων ο μεν του Φιλίππου υπήρξεν ανίκητος, ο δε του Απελλού αμίμητος”. Ο ίδιος συγγραφέας λέγει, επίσης, για τον ίδιο πίνακα, ότι έδωσε το χρώμα του δέρματος του Αλεξάνδρου φαιότερο, ενώ το πρόσωπο και το στήθος είχαν μια καταπληκτική ερυθρωπή λευκότητα.
Καμπάσπη_Pompeii_τοιχογραφία από την Πομπηία πιστεύεται ότι βασίζεται σε Απελλή Αφροδίτη Αναδυομένη,

Η Καμπάσπη βγάζει τα ρούχα της μπροστά στον Απελλή με εντολή του Αλέξανδρου , c.1883 από Auguste Ottin (1811-1890). Βόρεια πρόσοψη του Cour Carrée στο Λούβρο , στο Παρίσι

 

Για την «Αναδυόμενη Αφροδίτη» ,επίσης υπάρχει η άποψη ότι ο Απελλής πρέπει χρησιμοποίησε σαν μοντέλο την πανέμορφη εταίρα της Αθήνας και ερωμένη του Πραξιτέλη την Φρύνη. Ο Στράβων γράφει ότι ο Απελλής εμπνεύσθηκε το θέμα του πίνακα όταν είδε την περίφημη εταίρα Φρύνη να λούζεται στην Ελευσίνα. Ο πίνακας αφιερώθηκε στο Ναό του Ασκληπιού στην Κω.

 

«Η Συκοφαντία».

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τον πίνακα του Απελλή «Η Συκοφαντία» που σώζεται σε «αντίγραφο » από τον Σάντρο Μποτιτσέλι ο οποίος το ζωγράφισε βασισμένος σε περιγραφή του Λουκιανού για τον πίνακα του Απελλή στην πραγματεία του «Περὶ τοῦ μὴ ῥᾳδίως πιστεύειν διαβολῆ» δηλαδή πως δεν θα πιστεύετε εύκολα τη συκοφαντία. Η ιστορία αναφέρεται στον ζωγράφο Αντίφιλο που ενοχλείτο γιατί ο Μακεδόνας βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Α’ ο Λάγου έδειχνε ιδιαίτερη εκτίμηση στον Απελλή παρά σε αυτόν.

 

Για το λόγο αυτό, ο Αντίφιλος συκοφάντησε τον Απελλή στον Πτολεμαίο ότι δήθεν συμμετείχε στη συνωμοσία του έπαρχου της Τύρου Θεοδότα εναντίον του Πτολεμαίου. Ο Πτολεμαίος εξοργίστηκε κατά του Απελλή αλλά όταν αργότερα έμαθε την αλήθεια ντράπηκε και  δώρισε στον Απελλή 100 τάλαντα και του έδωσε τον Αντίφιλο σαν δούλο.  Αντιδρώντας ο Απελλής στη συκοφαντία, εξ αιτίας της οποίας κινδύνευσε, ζωγράφισε τον περίφημο πίνακα «Διαβολή» δηλαδή συκοφαντία.

OutUrl_47081403ae1921e1468ee15dbf26c74f

 

Ο Απελλής

Να πως περιγράφει τον πίνακα ο Λουκιανός: «Στα δεξιά κάθεται κάποιος άνδρας με πολύ μεγάλα αυτιά, σχεδόν όμοια με αυτά του Μίδα, προτείνοντας το χέρι στη Συκοφαντία ενώ ακόμα στέκεται μακριά της. Γύρω του στέκονται δύο γυναίκες, η Άγνοια, νομίζω, και η Δοξασία. Από την άλλη μεριά πλησιάζει η Συκοφαντία, γυναίκα υπερβολικά όμορφη, γεμάτη θέρμη και ερεθισμό, σαν να δείχνει τη λύσσα και την οργή, κρατώντας στο αριστερό χέρι αναμμένη δάδα και με το άλλο χέρι σέρνοντας από τα μαλλιά ένα νεαρό που τεντώνει τα χέρια στον ουρανό και καλεί για μάρτυρες τους θεούς.

Προηγείται άνδρας κάτωχρος και άσχημος, με διαπεραστική ματιά, που μοιάζει να έχει γίνει σκελετός από μακρόχρονη ασθένεια. Θα μπορούσε κάποιος να νομίσει ότι αυτός είναι ο Φθόνος (ζήλια). Επιπρόσθετα, τη Συκοφαντία ακολουθούν και άλλες δύο γυναίκες που την ενθαρρύνουν τη ντύνουν και τη στολίζουν. Η μία είναι η Επιβουλή και η άλλη η Απάτη.

Μετά ακολουθούσε κάποια γυναίκα με εμφάνιση εντελώς πένθιμη, ντυμένη στα μαύρα αληθινά ράκος. Αυτή λεγόταν, νομίζω, Μετάνοια. Αυτή, λοιπόν, στρεφόταν προς τα πίσω με δάκρυα και γεμάτη ντροπή έριχνε λοξές ματιές στην Αλήθεια που πλησίαζε».

 

Ο Απελλής έγινε διάσημος για τον πλούτο των χρωμάτων του. Είχε ανακαλύψει μεθόδους παρασκευής χρωμάτων από ποικιλία διαφόρων ουσιών που ακόμα και σήμερα μας είναι άγνωστες. Χρησιμοποιούσε ένα τρόπο βαφής που κανείς άλλος δεν μπόρεσε να τον μιμηθεί. Επαινείται δε από όλους η ειλικρίνεια του καλλιτέχνη, ο οποίος έλεγε ότι υπολείπεται του Μελανθίου κατά τη διάταξη, του δε Ασκληπιόδωρου κατά τη συμμετρία και το μέτρο, για το οποίο τον θαύμαζε.

Αναφέρεται επίσης σαν καινοτόμος στον τομέα της τεχνικής, έχοντας επινοήσει μία ειδική μέθοδο προετοιμασίας της μίξης των ουσιών των χρωμάτων από ελεφαντόδοντο (Πλίνιος, βιβλίο 35, παρ. 25). Η χρήση του βοηθούσε στη διατήρηση και προστασία των έργων ενώ παράλληλα επιδρούσε πιθανά και στην άμβλυνση των χρωμάτων.

 

Το κύριο χαρακτηριστικό της τέχνης του Απελλή ήταν η λεπτότητα των χαρακτηριστικών γραμμών του, η αληθοφάνεια των χρωμάτων του, η άμετρη χάρη, καλλονή, εκφραστικότητα των μορφών του και η αποφυγή κάθε υπερβολής και στο σχέδιο και στα χρώματα.

Εκτιμάται ότι πρώτος ο Απελλής ζωγράφισε αλληγορικές εικόνες και προσωποποιήσεις ιδεών όπως η βροντή, η άγνοια, η υπόληψη, ο φθόνος, η διαβολή, η αλήθεια. 

Ο Πίνδαρος έγραφε πως ο Απελλής «μείλιχα» εργάζεται για τους θνητούς και αυτό το απέδιδε στην παιδική αριστοκρατική του αγωγή, τη βαθιά μουσική του παιδεία, την έμφυτη ευγένεια και τη χάρη που είναι δώρο των θεών.

Ο Πλίνιος (Φυσική Ιστορία, βιβλίο 35, παρ. 88) υποστήριξε πως ο Απελλής υπήρξε ανώτερος από τους ζωγράφους που διαδέχτηκε και από εκείνους που υπήρξαν συνεχιστές του.

Ανέφερε χαρακτηριστικά πως οι προσωπογραφίες του ήταν τόσο αληθοφανείς, ώστε ένας μετωποσκόπος μπορούσε να προβλέψει την ηλικία του εικονιζόμενου προσώπου, καθώς και να πραγματοποιήσει προβλέψεις για το μέλλον του.  Τα έργα του έχουν εμπνεύσει καλλιτέχνες  της ιταλικής Αναγέννησης που θα τον μιμηθούν όπως  ο Boticelli που πίστευε ότι ήταν μετενσάρκωση του Απελλή, στο ίδιο μέτρο, όπως η Αναγέννηση ήταν αναβίωση του αξιών αρχαίου κόσμου .

 

Σάντρο Μποτιτσέλι, Η Συκοφαντία του Απελλή, περί το . 1495, Πινακοθήκη Ουφίτσι. Έργο βασισμένο σε περιγραφή έργου του Απελλή, όπως αυτή δίνεται από τον Λουκιανό.

Φημισμένο έργο του είναι επίσης η Συκοφαντία (ή Διαβολή), για το οποίο αντλούμε πληροφορίες από την πραγματεία τού Λουκιανού Περὶ τοῦ μὴ ῥᾳδίως πιστεύειν διαβολῆ. Αφορμή για την ολοκλήρωση του αλληγορικού αυτού έργου υπήρξε, κατά τον Λουκιανό, ο φθόνος του Αντίφιλου, ο οποίος διέβαλε τον Απελλή στον Πτολεμαίο Α’, διαρέοντας μία συκοφαντία περί συμμετοχής του σε δολοπλοκία με στόχο την ανατροπή του βασιλιά. Η σύνθεση απεικόνιζε τη Συκοφαντία ως μία όμορφη γυναικεία μορφή, κρατώντας μία καιόμενη δάδα στο αριστερό της χέρι και πλησιάζοντας έναν άνδρα με υπερμεγέθη αυτιά, περιτριγυρισμένο από την Άγνοια και την Υπόληψη, με οδηγό έναν άνδρα που συμβόλιζε το Φθόνο. Τη Συκοφαντία πλαισίωναν δύο ακόμα γυναικείες μορφές, η Επιβουλή και η Απάτη, ενώ από πίσω τους ακολουθούσε η δακρυσμένη Μετάνοια που ανέμενε την έλευση της Αλήθειας[9]. H περιγραφή του έργου, όπως δίνεται από τον Λουκιανό, ενέπνευσε τον Σάντρο Μποτιτσέλι για τη δημιουργία του αλληγορικού πίνακα Η Συκοφαντία του Απελλή (1494/95, Ουφίτσι). Στις πιο γνωστές συνθέσεις τού Απελλή περιλαμβάνεται επίσης μία προσωπογραφία του μονόφθαλμου βασιλιά Αντίγονου, την οποία φιλοτέχνησε απεικονίζοντας μόνο τα τρία τέταρτα τού προσώπου του – κατά τον Πλίνιο υπήρξε ο πρώτος που απεικόνισε με τέτοιο τρόπο μία προσωπογραφία[10] – ώστε να μη διακρίνεται η ιδιαιτερότητά του

 

Ο τσαγκάρης

 

Μια άλλη συνήθεια του ήταν ,όταν είχε τελειώσει ένα  έργο του να τα τοποθετεί σε μια υπαίθρια έκθεση , και άκουγε  την άποψη των περαστικών, και ο ίδιος στεκόταν  κρυμμένος πίσω από την εικόνα και άκουγε τι έχουν να παρατηρήσουν για όποια  σφάλματα, βαθμολογώντας το κοινό ως πιο παρατηρητικός κριτικός από τον ίδιο του τον εαυτό . Και λέγεται ότι βρέθηκε ένα σφάλμα από ένα  τσαγκάρη, διότι κατά την δημιουργία σε κάποιο πίνακα τα  σανδάλια ενός ατόμου είχε φτιάξει τα σημεία  των βρόχων ως  πάρα πολύ μικρά και την επόμενη μέρα ο ίδιος ο τσαγκάρης ως  κριτικός ήταν τόσο περήφανος για τη διόρθωση από τον καλλιτέχνη, του σφάλματος που υπέδειξε και  ότι αυτός βρήκε σφάλμα με το πόδι, αλλά Απελλής με αγανάκτηση τον κοίταξε βγήκε έξω , πίσω από την διορθωμένη εικόνα και τον επέπληξε, λέγοντας ότι ένας τσαγκάρης στην κριτική του δεν πρέπει να υπερβαίνει το σανδάλι (καθ’ ύψος) – μια παρατήρηση που έχει επίσης περάσει σαν μια παροιμία και  έχει έρθει σε εμάς στα λατινικά : Ne Sutor ultra carpidam !

 

Μια «Αφροδίτη Αναδυόμενη»  σε τοιχογραφία από την Πομπηία πιστεύεται ότι βασίζεται στον πίνακα  του Απελλή Αφροδίτη Αναδυόμενη περιγραφικά, μετά από 300 χρόνια ο Απελλής συνεχίζει να εμπνέει.

 
Μᾶλλον δὲ ᾿Απελλῆς ὁ ᾿Εφέσιος πάλαι ταύτην προὔλαβε τὴν εἰκόνα· καὶ γὰρ αὖ καὶ οὗτος διαβληθεὶς πρὸς τὸν Πτολεμαῖον ὡς μετεσχηκὼς Θεοδότᾳ τῆς συνωμοσίας ἐν Τύρῳ, ὁ δὲ ᾿Απελλῆς οὐχ ἑωράκει ποτὲ τὴν Τύρον οὐδὲ τὸν Θεοδόταν, ὅστις ἦν, ἐγίνωσκεν, ἢ καθ᾿ ὅσον ἤκουε Πτολεμαίου τινὰ ὕπαρχον εἶναι τὰ κατὰ τὴν Φοινίκην ἐπιτετραμμένον. ἀλλ᾿ ὅμως τῶν ἀντιτέχνων τις ᾿Αντίφιλος τοὔνομα ὑπὸ φθόνου τῆς παρὰ βασιλεῖ τιμῆς καὶ ὑπὸ τῆς κατὰ τὴν τέχνην ζηλοτυπίας κατεῖπεν αὐτοῦ πρὸς τὸν Πτολεμαῖον ὡς εἴη κεκοινωνηκὼς τῶν ὅλων καὶ ὡς θεάσαιτό τις αὐτὸν ἐν Φοινίκῃ συνεστιώμενον Θεοδότᾳ καὶ παρ᾿ ὅλον τὸ δεῖπνον πρὸς τὸ οὖς αὐτῷ κοινολογούμενον, καὶ τέλος ἀπέφηνε τὴν Τύρου ἀπόστασιν καὶ Πηλουσίου κατάληψιν ἐκ τῆς ᾿Απελλοῦ συμβουλῆς γεγονέναι.

῾Ο δὲ Πτολεμαῖος ὡς ἂν καὶ τἆλλα οὐ κάρτα φρενήρης τις ὤν, ἀλλ᾿ ἐν κολακείᾳ δεσποτικῇ τεθραμμένος, οὕτως ἐξεκαύθη καὶ συνεταράχθη πρὸς τῆς παραδόξου ταύτης διαβολῆς, ὥστε μηδὲν τῶν εἰκότων λογισάμενος, μηδ᾿ ὅτι ἀντίτεχνος ἦν ὁ διαβάλλων μηδ᾿ ὅτι μικρότερος ἢ κατὰ τηλικαύτην προδοσίαν ζωγράφος, καὶ ταῦτα εὖ πεπονθὼς ὑπ᾿ αὐτοῦ καὶ παρ᾿ ὁντινοῦν τῶν ὁμοτέχνων τετιμημένος, ἀλλ᾿ οὐδὲ τὸ παράπαν εἰ ἐξέπλευσεν ᾿Απελλῆς ἐς Τύρον ἐξετάσας, εὐθὺς ἐξεμήνιεν καὶ βοῆς ἐνεπίμπλα τὰ βασίλεια τὸν ἀχάριστον κεκραγὼς καὶ τὸν ἐπίβουλον καὶ συνωμότην. καὶ εἴ γε μὴ τῶν συνειλημμένων τις ἀγανακτήσας ἐπὶ τῇ τοῦ ᾿Αντιφίλου ἀναισχυντίᾳ καὶ τὸν ἄθλιον ᾿Απελλῆν κατελεήσας ἔφη μηδενὸς αὐτοῖς κεκοινωνηκέναι τὸν ἄνθρωπον, ἀπετέτμητο ἂν τὴν κεφαλὴν καὶ παραπελελαύκει τῶν ἐν Τύρῳ κακῶν οὐδὲν αὐτὸς αἴτιος γεγονώς.

῾Ο μὲν οὖν Πτολεμαῖος οὕτω λέγεται αἰσχυνθῆναι ἐπὶ τοῖς γεγονόσιν, ὥστε τὸν μὲν ᾿Απελλῆν ἑκατὸν ταλάντοις ἐδωρήσατο, τὸν δὲ ᾿Αντίφιλον δουλεύειν αὐτῷ παρέδωκεν. ὁ δὲ ᾿Απελλῆς ὧν παρεκινδύνευσε μεμνημένος τοιᾷδέ τινι εἰκόνι ἠμύνατο τὴν διαβολήν. ἐν δεξιᾷ τις ἀνὴρ κάθηται τὰ ὦτα παμμεγέθη ἔχων μικροῦ δεῖν τοῖς τοῦ Μίδου προσεοικότα, τὴν χεῖρα προτείνων πόῤῥωθεν ἔτι προσιούσῃ τῇ Διαβολῇ. περὶ δὲ αὐτὸν ἑστᾶσι δύο γυναῖκες,

῎Αγνοιά μοι δοκεῖ καὶ ῾Υπόληψις· ἑτέρωθεν δὲ προσέρχεται ἡ Διαβολή, γύναιον ἐς ὑπερβολὴν πάγκαλον, ὑπόθερμον δὲ καὶ παρακεκινημένον, οἷον δὴ τὴν λύτταν καὶ τὴν ὀργὴν δεικνύουσα, τῇ μὲν ἀριστερᾷ δᾷδα καιομένην ἔχουσα, τῇ ἑτέρᾳ δὲ νεανίαν τινὰ τῶν τριχῶν σύρουσα τὰς χεῖρας ο)ρέγοντα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ μαρτυρόμενον τοὺς θεούς. ἡγεῖται δὲ ἀνὴρ ὠχρὸς καὶ ἄμορφος, ὀξὺ δεδορκὼς καὶ ἐοικὼς τοῖς ἐκ νόσου μακρᾶς κατεσκληκόσι. τοῦτον οὖν εἶναι τὸν Φθόνον ἄν τις εἰκάσειε. καὶ μὴν καὶ ἄλλαι τινὲς δύο παρομαρτοῦσι προτρέπουσαι καὶ περιστέλλουσαι καὶ κατακοσμοῦσαι τὴν Διαβολήν. ὡς δέ μοι καὶ ταύτας ἐμήνυσεν ὁ περιηγητὴς τῆς εἰκόνος, ἡ μέν τις ᾿Επιβουλὴ ἦν, ἡ δὲ ᾿Απάτη. κατόπιν δὲ ἠκολούθει πάνυ πενθικῶς τις ἐσκευασμένη, μελανείμων καὶ κατεσπαραγμένη,

Μετάνοια, οἶμαι, αὕτη ἐλέγετο· ἐπεστρέφετο γοῦν εἰς τοὐπίσω δακρύουσα καὶ μετ᾿ αἰδοῦς πάνυ τὴν ᾿Αλήθειαν προσιοῦσαν ὑπέβλεπεν. Οὕτως μὲν ᾿Απελλῆς τὸν ἑαυτοῦ κίνδυνον ἐπὶ τῆς γραφῆς ἐμιμήσατο. φέρε δὲ καὶ ἡμεῖς, εἰ δοκεῖ, κατὰ τὴν τοῦ ᾿Εφεσίου ζωγράφου τέχνην διέλθωμεν τὰ προσόντα τῇ διαβολῇ, πρότερόν γε ὅρῳ τινὶ περιγράψαντες αὐτήν· οὕτω γὰρ ἂν ἡμῖν ἡ εἰκὼν γένοιτο φανερωτέρα. ἔστι τοίνυν διαβολὴ κατηγορία τις ἐξ ἐρημίας γινομένη, τὸν κατηγορούμενον λεληθυῖα, ἐκ τοῦ μονομεροῦς ἀναντιλέκτως πεπιστευμένη. τοιαύτη μὲν ἡ ὑπόθεσις τοῦ λόγου. τριῶν δ᾿ ὄντων προσώπων, καθάπερ ἐν ταῖς κωμῳδίαις, τοῦ διαβάλλοντος καὶ τοῦ διαβαλλομένου καὶ τοῦ πρὸς ὃν ἡ διαβολὴ γίνεται, καθ᾿ ἕκαστον αὐτῶν ἐπισκοπήσωμεν οἷα εἰκὸς εἶναι τὰ γινόμενα.
Λουκιανός, Περί του μη Ραδίως πιστεύειν διαβολή

 

Αλέξανδρος ο Μέγας και η Καμπάσπη στο στούντιο του Απελλή, – Τζιοβάνι Μπατίστα Tiepolo . Μετά από 2000 χρόνια ο Απελλής είναι πρότυπο -΄Μία από τις τρεις αποδώσεις του καλλιτέχνη . Η Καμπάσπη  ή Πανκάστη στην Αττική διάλεκτο ,  ήταν μια ερωμένη του Μεγά Αλεξάνδρου και μία  εξέχουσα πολίτης της Λάρισας . Ήταν ζωγραφισμένη ως πρότυπο  από τον Απελλή , ο οποίος είχε τη φήμη στην Αρχαιότητα ως τον  μεγαλύτερο των ζωγράφων. Το γεγονός  προκάλεσε ένα απόκρυφο γεγονός ανταλλαγής που αναφέρθηκε τον  Πλίνιο στο  έργο  «Φυσική Ιστορία»: [ … “Βλέποντας την ομορφιά της αποδομένη στο  γυμνό πορτρέτο, ο Αλέξανδρος είδε ότι ο καλλιτέχνης όχι μόνον ότι εκτιμά την Καμπάσπη αλλά και την αγαπούσε περισσότερο από ό, τι ο ίδιος και έτσι ο Αλέξανδρος κράτησε το πορτρέτο, αλλά  έδωσε την  Καμπάσπη στον  Απελλή. ” Ο βιογράφος του Robin Lane Fox περιγράφει αυτό το « κληροδότημα» ως «την πιο γενναιόδωρη δωρεά οποιουδήποτε προστάτη ».

 

Ο Απελλής χρησιμοποιεί επίσης την Καμπάσπη ως πρότυπο για πιο διάσημο πίνακά του με την αναδυομένη Αφροδίτη ,η εικόνα της Αφροδίτης που Αναδύεται περιγράφεται ως … «το στύψιμο στα μαλλιά της και η πτώση των σταγόνων του νερού είναι που σχηματίζουν ένα διαφανές ασημένιο πέπλο γύρω από τη μορφή της».

Η Καμπάσπη ή Πανκάστη στην Αττική διάλεκτο, εμφανίζεται σε πέντε κύριες πηγές για τη ζωή του Αλεξάνδρου. Τα  ίχνη του θρύλου της ανάγεται πίσω στους Ρωμαίους συγγραφείς , στους Πλίνιο (Φυσική Ιστορία), Λουκιανό και Αιλιανό . Αναφέρουν η  ότι Καμπάσπη ήταν επιφανής πολίτης της Λάρισας στην Θεσσαλία ; Γιατί επίσης  έχουμε και την Μικρασιατική Λάρισα στην περιοχή της Τρωάδος ,αλλά το όνομα μάλλον σιγουρεύει την θεσσαλική της καταγωγή , ο δε Αιλιανός αναφέρει ότι συμπεράνει κανείς ότι από αυτή ξεκίνησε ,για το νεαρό Αλέξανδρο η «εισαγωγή» στον έρωτα.

altemps

Θεωρείται ότι είναι από ένα βωμό, με την Αφροδίτη αναδυόμενη  μέσα από τη θάλασσα, οι διάφανες πτυχώσεις του υγρού ενδύματος κολλάνε στο σώμα της. Ένας καλλιτεχνικός χαρακτηρισμός των έργων του Απελλή που έγινε πρότυπο στην τέχνη.

 

Οι εφευρέσεις του στην τέχνη της ζωγραφικής ήταν χρήσιμες για όλους τους άλλους ζωγράφους, και πολύ μετέπειτα από την εποχή του αλλά υπήρχε ένα στοιχείο που κανείς δεν ήταν σε θέση να μιμηθεί  Όταν τελείωνε τα έργα του συνήθιζε να τα καλύπτει  από πάνω με ένα μαύρο βερνίκι με τόση  λεπτότητα που ήταν σχεδόν αόρατο και δυσδιάκριτη  η ίδια η παρουσία του , ενώ η αντανάκλαση του γεννούσε μια  λάμψη σε όλα τα χρώματα και τα προφύλασσε  από τη σκόνη και τη βρωμιά, ήταν ορατό το βερνίκι αυτό  μόνο σε όποιον που το κοίταζε από κοντά, αλλά και λειτουργούσε με  πολύ ακριβή  υπολογισμό του  φώτος, έτσι ώστε η λάμψη των χρωμάτων  «δεν θα πρέπει να προσβάλει το θέαμα » όταν οι άνθρωποι παρατηρούσαν το έργο ,ήταν σαν να το κοίταζαν σαν μέσα από  γυαλί και έτσι ώστε το ίδιο το έργο  από απόσταση μπορεί να αποδώσει αόρατα την ζοφερότητα των χρωμάτων τα οποία , χρώματα, ήταν πάρα πολύ λαμπρά.

 

Διαφημίσεις
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.