Σαν ταινία παλιά.


taxidriver

Ο Βασίλης είχε πολλά στο μυαλό του. Σκεφτόταν τις δουλειές που έκανε αλλά και είχε να κάνει, καθώς έβγαινε από το κτίριο. Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι. Δεν ήθελε να ακούσει το παιδί του να ωρύεται. Πόσο μάλλον τη γυναικά του να παραπονιέται και να μουρμουράει. Ήθελε να ηρεμήσει, χωρίς… πονοκεφάλους. Το μυαλό του ήταν θολωμένο από τις σκέψεις. Η προσοχή του ήταν μακριά και το βλέμμα του χαμένο.Ο άντρας πέρασε το δρόμο, χωρίς όμως να κοιτάξει πρώτα.

Η κόρνα ενός αυτοκινήτου τον ξύπνησε από το λήθαργο, μόνο και μόνο για να το δει να έρχεται κατά πάνω του. Δεν υπήρχε χρόνος για να αντιδράσει. Αυτός βρέθηκε στην άσφαλτο. Οι αισθήσεις του τον εγκατέλειπαν και οι προβολείς του αυτοκινήτου τον τύφλωναν καθώς οι φωνές από τους περαστικούς χάνονταν και καλύπτονταν από ένα βουητό.

Όταν το βουητό σταμάτησε, η ατμόσφαιρα μύριζε φρέσκο, βουτυρωμένο ποπ κορν και καμένο φιλμ. Όταν ξύπνησε για τα καλά και το κεφάλι του ηρέμησε, κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν σε μια αίθουσα σινεμά. Ήταν καθισμένος στις μπροστινές θέσεις. Γύρισε πίσω βλέποντας τους ανθρώπους που περίμεναν την ταινία να αρχίσει.

«Συγγνώμη, μα τί γίνεται; Δεν καταλαβαίνω. Περνούσα το δρόμο και ξαφνικά …», πήγε να πει ο Βασίλης, αλλά οι άνθρωποι της μισοάδειας αίθουσας έβαλαν όλοι το δάχτυλο μπροστά στα χείλη τους.

«Σσσσς, αρχίζει».

Και είχαν δίκιο. Τα φώτα χαμήλωσαν, τα ζευγαράκια κρύφτηκαν στις γωνίες και οι πόρτες έκλεισαν. Η οθόνη γέμισε χρώματα, αναπαράγοντας την πρώτη σκηνή της ταινίας και μιας ζωής. Μια γυναίκα γεννούσε ένα μωρό. Ο Βασίλης την αναγνώρισε γεμάτος έκπληξη. Ήταν η μητέρα του. Την παρακολούθησε να πονάει, να ουρλιάζει και τελικά να τον κρατάει στην αγκαλιά της, με ένα κουρασμένο χαμόγελο ανακούφισης.

Η εικόνα μαύρισε και όταν έλαμψε ξανά, τα χρώματα έγιναν μουντά. Ο Βασίλης αυτή τη φορά είδε το δεκαεξάχρονο εαυτό του να φωνάζει στη μητέρα του. «Δε θέλω να διαβάσω άλλο ρε μάνα. Μ’ έχεις πρήξει, θέλω να βγω. Σας βαρέθηκα όλους σ’ αυτό το σπίτι, μ’ έχετε σαν φυλακισμένο. Θες να κρατάς το παιδί σου φυλακισμένο; Τι σόι μητέρα εσύ;», έλεγε αυτός και η μάνα του τού εξηγούσε πως έπρεπε να τελειώσει τα μαθήματά του για να βγει. Αυτός χτυπούσε τις πόρτες του σπιτιού και η μητέρα έκλαιγε, που ο γιος της τής φερόταν με αυτόν τον τρόπο.

Ο Βασίλης ανοιγόκλεισε τα μάτια χωρίς να μπορεί να πιστέψει πως της είχε συμπεριφερθεί και τότε η σκηνή άλλαξε. Αυτή τη φορά βρισκόταν στο προαύλιο του πανεπιστήμιου όταν είδε εκείνη. Όταν είδε την γυναίκα της ζωής του για πρώτη φορά, εκεί που τα πόδια του πάγωσαν, βρίσκοντας παρ’ όλα αυτά τη δύναμη, να της μιλήσει. Η κάμερα έκανε βουτιά μέσα στα γαλάζια μάτια της και τότε ο Βασιλης είδε τον εαυτό του μαζί της, να κάνουν έρωτα, έπειτα να παντρεύονται, να ανταλλάσσουν όρκους και «σ’ αγαπώ».

Να δίνουν υποσχέσεις που μόνο ένας μπορούσε να κρατήσει. Η εικόνα γινόταν όλο και πιο γκρίζα ώσπου ακούστηκε ένας θόρυβος από γυαλί που έγινε θρύψαλλα. Φωνές ακούγονταν από κάθε ηχείο, όμως ξεχώριζαν περισσότερο αυτές τους ζευγαριού. Ο Βασίλης είχε δουλειά και υπερωρίες, ενώ αυτή δεν ήθελε να αισθάνεται πια μόνη.

Η οθόνη έγραψε «9 μήνες μετά» και το ζευγάρι βρέθηκε να κρατάει με συγκίνηση ένα μονάκριβο κοριτσάκι, ανταλλάσσοντας βλέμματα αγάπης και ελπίδας. Όμως, ο Βασίλης που έβλεπε την ταινία αλλά και ο Βασίλης της ίδιας ταινίας, φοβόντουσαν. Φοβόντουσαν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Τι θα γινόταν μετά.

Η ταινία τον έφερε στους πρόσφατους καιρούς. Το παιδί είχε πια μεγαλώσει και ήθελε βοήθεια στα μαθήματα. Η σύζυγος ήταν εξουθενωμένη προσπαθώντας να τα προλάβει όλα μόνη της.

Αγκάλιαζε τη μικρή που ρωτούσε κλαίγοντας ακατάπαυστα, για το που είναι ο μπαμπάς, ο οποίος γύριζε μετά τα μεσάνυχτα σπίτι, αφού πήγαινε να πιει ένα, δυο, τρία και λίγα ακόμα ποτά, για να μείνει μακριά από όλους και όλα.

Η γυναίκα του τού μίλησε το πρωί, εξηγώντας του πως τον είχε ανάγκη. Τον χρειαζόταν κοντά της. Χρειαζόταν τη βοήθεια του, για εκείνη αλλά και για το παιδί. Έπρεπε να είναι παρών. Τότε εκείνος απάντησε χαρακτηριστικά, «Φέρνω χρήματα στο σπίτι, νομίζετε ότι είναι λίγο; Πιστεύεις ότι δεν κάνω αρκετά για την οικογένεια; Δεν ξέρετε τι τραβάω κάθε μέρα στη δουλειά για εσάς. Είστε αχάριστοι». Η γυναίκα του πήγε να μιλήσει, αλλά αυτός έκλεισε την πόρτα στα μούτρα της.

Ο άντρας κοιτούσε την οθόνη και έβγαζε λυγμούς. Ήθελε να ζητήσει συγγνώμη για τα πάντα, στη μητέρα του, στη γυναίκα του και στην κόρη του. Ήθελε να επανορθώσει για όλα, πριν να είναι πολύ αργά. Σηκώθηκε και έτρεξε στο διάδρομο της αίθουσας, φτάνοντας στις πόρτες. Τις τραβούσε με μανία αλλά αυτές δεν ήθελαν να ανοίξουν. Ξαφνικά ακούστηκε ήχος φρένων από τα ηχεία της αίθουσας. Ο Βασίλης κοίταξε την οθόνη και είδε τον εαυτό του ξαπλωμένο στο δρόμο και περιτριγυρισμένο από μια λίμνη αίματος.

Η οθόνη έγραψε «τέλος» και έπειτα έσβησε. Ο Βασίλης περίμενε τα φώτα της αίθουσας να ανάψουν. Περίμενε λίγο, έπειτα πολύ και τελικά, για πάντα.

Μανώλης Τελώνης

 

http://www.mindthetrap.gr/mikres_istories/item1342/%CE%A3%CE%B1%CE%BD_%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B1_%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC

Advertisements
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...