Το στριφνό βιβλίο (Η ΑΠΟΘΗΚΗ)


Στεκόμουνα μέσα στην αποθήκη.
Πάνω σε σειρές κρεβάτια ήταν στοιβαγμένα ανθρώπινα υπολείμματα. Νοσοκόμες πηγαινοέρχονταν κάνοντας διάφορες δουλειές.
Ήταν σχετικά καθαρά εκεί μέσα. Δεν μύριζε όπως σε άλλες αποθήκες που είχα πάει, αλλά κανείς δεν μπορούσε να βγάλει από τον αέρα την φρικτή μυρωδιά του θανάτου. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, φορτισμένη με σιωπηλές κραυγές πόνου. Απελπισία και οδύνη κρεμόντουσαν σε σταλαγματιές από το ταβάνι και συμπυκνωμένες έπεφταν στο πάτωμα τσιτσιρίζοντας, με υπόκωφο τρίξιμο, πιτσιλώντας τις ψυχές που είχαν φυλακιστεί εκεί.
Σκεφτόμουν ότι τελικά πράγματι ζούμε στην εποχή της Παγκόσμιας Τιμωρίας. Δεν εξηγείται διαφορετικά γιατί συντηρούμε άχρηστα ζόμπι την στιγμή που μωρά πεθαίνουν επειδή δεν υπάρχει λίγο φαγητό ή ένα απλό αντιβιοτικό.
Φυλακισμένοι στο μεταίχμιο των δύο κόσμων. Ζωντανοί πεθαμένοι, χωρίς να μπορούν να ζήσουν, χωρίς να τους αφήνουν να πεθάνουν. Ήταν μια τύχη που δεν την ήθελα ούτε για τον χειρότερο εχθρό μου. Πολύ περισσότερο για μένα. Αν και αυτό δεν είναι στο χέρι μου. Αν και αυτό το κανονίζει ο Ένας…
Ανάσανα βαθιά τον δροσερό φρέσκο αέρα που έμπαινε ορμητικός από τα παράθυρα, μαζί με χαρούμενα τιτιβίσματα, κουβαλώντας μυρωδιές πρόωρης άνοιξης. Ένας σκύλος ακουγόταν στο βάθος να γαυγίζει.
-Έρχεται! ανακοίνωσε μία περίεργα σιγανή αλλά ταυτόχρονα βροντώδης φωνή.
Ακούστηκε βαθιά, σπηλαιώδης και καμπανιστή σαν μέσα από τούνελ. Έκαιγε. Χτύπησε τους τοίχους και ανακλάστηκε σχηματίζοντας παγωμένα κύματα χρωμάτων, ιριδίζοντα, όπως αυτά που βλέπουμε πάνω στο νερό όταν βρωμίσει από τα λάδια που πετάμε στην θάλασσα.
Η ίριδα άπλωσε και γύρισε και ξανα-άπλωσε και ξαναγύρισε και πλημμύρισε τον χώρο. Έφτασε μέχρι το βάθος του διαδρόμου και απειλητική ανακλάστηκε στον απέναντι τοίχο σπώντας σε δεκάδες απειλητικά κύματα.
Χώθηκε στα αυτιά μου προκαλώντας μου σκοτοδίνη. Μπήκε στα ρουθούνια μου μαζί με την αναπνοή. Διαπότισε το δέρμα μου και με χτύπησε σαν γροθιά στο στομάχι.
Μια ανατριχίλα διαπέρασε την σπονδυλική μου στήλη και το σώμα μου ρίγησε από το κρύο που εξέπεμπε εκείνη η καυτερή φωνή. Σήκωσα τα μάτια.
Καλόγεροι με το κεφάλι σκεπασμένο στέκονταν έξω. Το μαύρο ρούχο που φορούσαν κάλυπτε τα πάντα και δημιουργούσε τόσο μαύρη σκιά που το πρόσωπό τους χανόταν και γινόταν αόρατο. Παρόλα αυτά φαίνονταν να φέγγουν περισσότερο από τον μεσημεριανό ήλιο. Το μάτι δεν μπορούσε να σταθεί για πολύ ώρα πάνω τους και έφευγε θαμπωμένο από την τόση μαυρίλα.
Όλοι στο αριστερό χέρι κρατούσαν ένα περίεργο ατσάλινο δρέπανο, με κοντή και ισχυρή λαβή, φτιαγμένη από ελιά. Το άγριο ξύλο είχε γυαλίσει από τον χρόνο και την χρήση, αναδεικνύοντας τους κόμπους του. Έμοιαζε άθραυστο.
Ξαφνικά τα πάντα τρεμούλιασαν. Ο σκύλος, τα δέντρα, τα πουλιά, ακόμα και ο αέρας που φυσούσε τώρα πιο κρύος από πριν.
-Έρχεται!
Ξανάπε ο Κορυφαίος των καλογήρων, που στέκονταν γύρω σαν σε αρχαία τραγωδία, και οι μαύρες μορφές ριγώντας εξέπεμψαν και άλλο φως.
Μια απόκοσμη μακρινή βροντή ενός κεραυνού αναδύθηκε στην απόλυτη ησυχία που επικρατούσε. Παραξενεύτηκα. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και δεν υπήρχαν σύννεφα. Ο ήχος έκανε τα τζάμια να τρίξουν ελαφριά. Κοίταξα προς το βουνό από όπου ακούστηκε η βροντή.
Ξαφνιάστηκα.
Η πηγή του ήχου δεν ήταν κανένας κεραυνός. Η κορυφογραμμή φαινόταν καθάρια και απαλή κάτω από το μπλε σύθαμπο της ατμόσφαιρας.
Εκείνο που δημιουργούσε τον ήχο ήταν άλογα. Πρόσεξα και ξεκαθάρισα τον καλπασμό τους. Ερχόταν υπόκωφος, όπως η φωνή του καλόγερου, και η απόσταση τον έκανε να ακούγεται σαν βροντή. Ακούγονταν να καλπάζουν άγρια, ξαμολυμένα σε πολεμική επίθεση. Χρεμετίσματα πνιχτά και αγριεμένα μάτια. Τα ρουθούνια τους ορθάνοιχτα ξεφύσαγαν και στο στόμα αφροί έδειχναν την έξαψή τους.
Τα ατσάλινα πέταλα χτυπούσαν την γη σηκώνοντας χώματα. Χαίτες και ουρές ανέμιζαν γύρω τους δημιουργώντας μια πανδαισία χρωμάτων. Άσπρο, μαύρο, καφετί και κόκκινο γυάλιζαν στο δέρμα τους που ήταν μουσκεμένο από πολεμικόν ιδρώτα και προσμονή μάχης.
Και στις δερμάτινες σέλες, μαυρισμένες από τον καιρό, σιδερόφρακτοι πολεμιστές ίππευαν.
Ο πιο τρομερός κάλπαζε μπροστά από όλους, άξιος αρχηγός αδυσώπητων πολεμιστών. Το άλογό του κατάμαυρο. Φρούμαζε και χρεμέτιζε ασυγκράτητο ορμώντας όπως είχε μάθει, από πάντα, να κάνει. Και όποτε πατούσε με τις οπλές του μια πέτρα, εκείνη λύγιζε και έσπαζε και σπίθες πετάγονταν από την τρομερή οπλή και μυρωδιά τσακμακόπετρας.
Ουλές από αρχαίες μάχες φαίνονταν στο στήθος και στον λαιμό του και εκείνο ορμητικό, ψάχνοντας την σύγκρουση και τις κλαγγές των σπαθιών, αναζητώντας να μυρίσει τον αέρα της μάχης, να αναπνεύσει τον φόβο που δημιουργούσε η όψη του, δάγκωνε με λύσσα το σιδερένιο χαλινάρι που το οδηγούσε στην κατηφοριά. Τα χαράκια του βουνού έτριζαν κάτω από τα πόδια του και πετούσαν κοφτερές σκλήθρες.
Ο καβαλάρης ήταν εξίσου φοβερός. Γυαλιστερά ελάσματα δεμένα με χοντρά δερμάτινα λουριά δημιουργούσαν την πανοπλία του τρομερού αυτού πολεμιστή. Είχαν το χρώμα του κάρβουνου και έδιναν μια φρικτή όψη. Τρεις χαίτες από αλογότριχα, στερεωμένες πάνω στο κράνος του, έκαναν την εμφάνισή του ακόμη πιο άγρια έτσι όπως ανέμιζαν στον καθαρό αέρα.
Στα χέρια φορούσε μακριά, σιδερένια αγκαθωτά γάντια. Φαινόταν να βγαίνει μέσα από τους πιο κρυφούς εφιάλτες του υποσυνείδητου. Ένα μακρύ σπαθί ήταν περασμένο στην ζώνη του.
Το κινητό προσωπείο της περικεφαλαίας ήταν κατεβασμένο. Αλλά από τις θυρίδες φαίνονταν τα μάτια του που σαν πυρακτωμένο μέταλλο σπινθήριζαν και φεγγοβολούσαν. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε τα γκέμια οδηγώντας το άλογό του στην κατηφόρα. Έμοιαζε με τον Άγγελο της Αποκάλυψης.
Η τρομακτική ορδή φαινόταν να αιωρείται και να καλπάζει σε αργή κίνηση. Όμως πλησίαζε πολύ γρήγορα και ο βρόντος του ποδοβολητού συνεχώς δυνάμωνε.
Ισχυρός και υπόκωφος σαν να έκανε το έδαφος να τρέμει. Έντονος και εκκωφαντικός σαν να με ηρεμούσε. Και άπλωνε ησυχία γύρω. Εκκωφαντική ησυχία. Έμοιαζε σαν να μην φύσαγε πια αέρας και αυτό έκανε την ησυχία ακόμα πυκνότερη. Ο σκύλος ακούστηκε να βγάζει ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό λες και καλωσόριζε τους καβαλάρηδες. Έπειτα ξαφνικά σταμάτησε.
Η σκόνη, σύννεφο, σηκωνόταν από τον καλπασμό και σκέπαζε τους ιππείς. Όμως οι πανοπλίες ήταν τόσο λείες που τίποτε δεν μπορούσε να τις λερώσει. Γυάλιζαν λες και μόλις τις είχαν καθαρίσει με φωτιά στο καμίνι.
Ο μπροστάρης όρμησε από την καγκελόπορτα προς την ομάδα των καλόγερων που περίμεναν ακίνητοι, σαν τον Χρόνο, τον ερχομό του. Το άλογο ιδρωμένο από το άγριο κατέβασμα του βουνού, βαριανασαίνοντας και κοιτώντας άγρια, κάρφωσε τα πόδια του στα χαλίκια της αυλής σηκώνοντας ένα καινούριο σύννεφο σκόνης. Σταμάτησε τρία βήματα από τον Κορυφαίο που περίμενε σιωπηλός, περιστοιχισμένος από τους ατάραχους και μυστηριώδεις καλόγερους. Πίσω του οι υπόλοιποι ιππείς παρατάχθηκαν σε μεγαλοπρεπές ημικύκλιο.
Για λίγο ακούγονταν οι λαχανιασμένες ανάσες των αλόγων, που παρά τον κάματο της απίστευτης εφόρμησής τους χτυπούσαν ανυπόμονα τα πόδια τους, χρεμετίζοντας και αποζητώντας τον καλπασμό στους ανοιχτούς κάμπους. Ο ίλαρχος κατέβηκε από την σέλα του και πλησίασε τον αρχηγό.
Εκείνος πρότεινε με σεβασμό έναν τεράστιο αρχαίο τόμο. Επάνω φαινόταν ζωγραφισμένη μία ζυγαριά. Στον ένα δίσκο υπήρχε μία ματωμένη καρδιά και στον άλλον ένα λευκό φτερό. Το φτερό βάραινε τόσο ώστε σήκωνε την καρδιά ψηλά. Τα εξώφυλλά του ήταν φτιαγμένα με μαύρο χοντρό δέρμα. Παχιές κίτρινες -και φαγωμένες από τον καιρό σελίδες- φαινόντουσαν από το πλάι.
Έκανε έναν αδιόρατο χαιρετισμό και είπε επίσημα:
-«Έζησε ατυχηματικά. Γέρασε ατυχηματικά. Για έναν χρόνο και χρόνους και μισό δεν μπορούσε να ζήσει και δεν τον άφηναν να πεθάνει. Όλα γράφτηκαν στο Βιβλίο. Ο Νόμος εκπληρώθηκε. Έφτασε η ώρα του. Να αφεθεί Κύριε;»
Ο Τρικόρυμβος ακούμπησε ελαφρά το χοντρό Βιβλίο. Και μετά από μια στιγμή βαθιάς σιωπής γύρισε προς τους συντρόφους του παίρνοντας μία βουβή συγκατάθεση. Έπειτα απάντησε επίσημα:
-«Έζησε ατυχηματικά. Γέρασε ατυχηματικά. Για έναν χρόνο και χρόνους και μισό δεν μπορούσε να ζήσει και δεν τον άφηναν να πεθάνει. Όλα γράφτηκαν στο Βιβλίο. Ο Νόμος εκπληρώθηκε. Έφτασε η ώρα του. Ας αφεθεί Κύριε! Ας αφεθεί Κύριε! Ας αφεθεί Κύριε!»
Μια περίεργη γαλήνη πλημμύρισε τον αέρα με αυτά τα λόγια. Οι καλόγεροι ανάσαναν βαθιά την φοβερή διαταγή και σκόρπισαν. Κάποιος μπήκε στο κτίριο περνώντας από μπροστά μου διάφανος σαν οπτασία. Το δρεπάνι του γυάλιζε αδιάλλακτο στο μεσημεριανό φως.
Φωνές ακούστηκαν από τα δωμάτια και μία νοσοκόμα φάνηκε να πηγαίνει βιαστική σε ένα από αυτά. Μια γυναίκα άρχισε να κλαίει ενώ μια φωνή είπε:
-Θεός σχωρέστον.
Οι καβαλάρηδες γύρισαν τα άλογά τους και έφυγαν με την ίδια ορμή με την οποία ήρθαν.
Τα κλάματα είχαν δυναμώσει από το δωμάτιο.
Ο καλόγερος ξαναπέρασε διάφανος και ανάερος και βγήκε έξω. Δίπλα του μόλις διακρινόταν μία αχνή μορφή. Το φως του ήλιου τους εξαφάνισε και χάθηκαν. Και μέσα από την φασαρία και τους θρήνους άκουσα απ’ έξω κλάμα μικρού παιδιού. Κοίταξα και δεν είδα τίποτα. Και τώρα δεν είμαι σίγουρος αν ήταν κλάμα ή γέλιο. Ή και τα δύο.
Δεν είμαι σίγουρος.


Περὶ τοῦ/τῆς: aaatosmihalis

Έλλην ορθόδοξος, καθολικά διαμαρτυρόμενος, πάσχων εκ οξείας ανεγκεφαλίτιδος με σποραδικές κρίσεις εξυπνάδας.
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα Συνεργατών καὶ σημειώθηκε ὡς , , , , , , . Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...